Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Οι μετανάστες-καταναλωτές

Οι δηλώσεις της πρώην υπουργού Τασίας Χριστοδουλοπούλου για τους μετανάστες στα νησιά που ξοδεύουν τα χρήματά τους και ωφελούν τις τοπικές κοινωνίες, συσκοτίζουν ακόμη περισσότερο την ερμηνεία των απόψεών της. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η Χριστοδουλοπούλου έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα ή αν λέει κάτι προκειμένου να δικαιολογήσει την αποτυχία της, τώρα που αποδεικνύεται πως η υπηρεσιακή κυβέρνηση έλυσε αρκετά προβλήματα που επί μήνες λίμναζαν στη διάρκεια της θητείας της ή απλά πουλάει τρέλα.

Δεν νομίζω πως είναι απαραίτητο να αναπτύξουμε επιχειρήματα πως επειδή οι πρόσφυγες Σύριοι αγόρασαν σάντουιτς ή νερά από το περίπτερο ή κάποια είδη πρώτης ανάγκης (όσα δεν προμηθεύτηκαν από τους εθελοντές), αντισταθμίζεται η ζημιά από ακυρώσεις τουριστών σε 4στερα και 5στερα ξενοδοχεία και η αρνητική απαίσια εικόνα των σκηνών στις παραλίες, οι ουρές στα αστυνομικά τμήματα και οι βιαιοπραγίες που συκοφάντησαν την τουριστική εικόνα.

Μπορεί η Χριστοδουλοπούλου να είναι μπερδεμένη, γιατί κάπου θα διάβασε πως οι μετανάστες βοηθούν την οικονομία μέσω της κατανάλωσης. Αυτό φυσικά συμβαίνει όταν οι μετανάστες είναι εργαζόμενοι και ενταγμένοι στην παραγωγή. Εάν, ας πούμε, μία χώρα έχει 1 εκ. μετανάστες εργαζόμενους, αυτό σημαίνει πως αυτοί οι άνθρωποι καταναλώνουν 1 εκ. ψωμιά ημερησίως. Άρα οι φούρνοι πρέπει τώρα να παράγουν 1 εκ. ψωμιά περισσότερα για να ανταποκριθούν στη ζήτηση. Αυτό δημιουργεί την ανάγκη για την αύξηση της παραγωγής τους να προσλάβουν περισσότερο προσωπικό. Άρα και περισσότερους ντόπιους εργαζόμενους. Για να εξυπηρετηθεί αυτή η ζήτηση οι αλευροβιομήχανοι επίσης θα αυξήσουν την παραγωγή τους, χτίζοντας περισσότερα κτίρια, αγοράζοντας περισσότερα μηχανήματα και υλικά. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλα αγαθά, π.χ. 1 εκ. εργαζόμενοι μετανάστες θα αγοράσουν 1 εκ. κάλτσες, πουκάμισα, παντελόνια κ.ο.κ. οπότε αντίστοιχα σε όλους τους κλάδους συμπεριλαμβανομένου της αγοράς και ενοικίασης ακινήτων και καταστημάτων, η αγορά κερδίζει από την αύξηση του τζίρου της κατανάλωσης τόσων εργαζομένων ανθρώπων, ενώ το κράτος κερδίζει πολλαπλάσια από τους αυξημένους άμεσους και έμμεσους φόρους. Να το πούμε απλά: το μεγαλύτερο μέρος της αμειβόμενης εργασίας τους το ακουμπούν πίσω στη χώρα που εργάζονται, μέσω των δαπανών τους.

Βεβαίως και οι μακροοικονομικές συνέπειες που προκύπτουν από τη μετανάστευση δεν είναι δυνατόν να ερμηνευτούν με απλές αναλύσεις. Γιατί, για να αποδώσει η κατανάλωση των μεταναστών θα πρέπει αυτοί να εργάζονται, να είναι ενσωματωμένοι στο κοινωνικό σύνολο, και οι οικονομίες που αποδέχονται το συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης πρέπει να διαθέτουν σχέδιο για την αφομοίωσή τους. Κάτι που ποτέ δεν μας πέρασε από το μυαλό, γιατί αντιμετωπίσαμε την ύπαρξη ξένων εργατών σαν ευκαιριακούς-περαστικούς, ακόμη και παρείσακτους που μας κλέβουν τις δουλειές ή εγκληματίες που παρασιτεύουν αργόσχολοι στο κέντρο της Αθήνας. Χειρότερα, εμείς οι ίδιοι τους τοποθετήσαμε σε αυτή την κατάσταση (να θυμηθούμε και την υπουργό: μία χαρά είναι οι μετανάστες λιάζονται στις πλατείες), γιατί ποτέ δεν ανοίξαμε την συζήτηση πώς μπορούμε να τους αξιοποιήσουμε.

Τις τελευταίες ημέρες παρατηρείται μία στροφή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων στα θέματα μετανάστευσης, όσον αφορά τη μεταχείριση των Σύριων προσφύγων. Αυτό συμβαίνει γιατί ο συριακός πληθυσμός που μεταναστεύει για να γλιτώσει τα δεινά του πολέμου είναι στην πλειονότητά τους άνθρωποι μορφωμένοι, μιλούν ξένες γλώσσες και διαθέτουν αστική κουλτούρα. Ο πρόεδρος του γερμανικού συνδέσμου εργοδοτών Ίνγκο Κράμερ, σε συνέντευξή του στη Suddeutsche Zeitung, είπε πως τα επόμενα 20 χρόνια η χώρα του θα χρειαστεί πολύ περισσότερο εργατικό δυναμικό από αυτό που μπορεί να παράξει, και ήδη θα μπορούσαν να καλυφθούν 500.000 κενές θέσεις εργασίας. Η υπουργός Παιδείας Γιοχάνα Βάνκα εμφανίζεται πεπεισμένη ότι η Γερμανία μπορεί να επωφεληθεί από τους μετανάστες. Είναι διαφορετικό να κερδίζεις από την εργασία μορφωμένων μεταναστών που εύκολα αφομοιώνονται στην οργάνωση της δικής σου οικονομίας και κουλτούρας, από ανειδίκευτους χειρώνακτες που απέχουν πολιτιστικά από το δυτικό τρόπο ζωής και χρειάζονται μεγάλο χρονικό διάστημα για να συμβαδίσουν.

Πριν πολλά χρόνια εκμίσθωσα σε μία οικογένεια Αλβανών ένα μικρό διαμέρισμα στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης. Πήγα να κάνω το συμβόλαιο, αλλά ο πατέρας της οικογένειας έλειπε στη δουλειά. Η μητέρα δεν γνώριζε λέξη ελληνικών. Συνεννοήθηκα λοιπόν με ένα μικρό αγόρι 5 ετών που ακόμη δεν είχε πάει σχολείο. Τον έλεγαν Ρολάντο, και με άκουγε να μιλώ ελληνικά, μετέφραζε στη μητέρα του στα αλβανικά και αντίθετα. Κατάλαβε επίσης τι σημαίνει εγγύηση ενοικίου. Στα επόμενα χρόνια που περνούσα για να εισπράξω το ενοίκιο φρόντιζα πάντοτε να φέρνω δώρα για τον ταλαντούχο Ρολάντο και να υποβάλλω τα σέβη μου σε έναν αληθινό πρίγκιπα.

Η ελληνική κοινωνία είναι αλλεργική στην αξιολόγηση των μελών της, στην προώθηση των αρίστων και στην επιβράβευση των επιτυχημένων. Όταν αυτό ισχύει για τους ίδιους τους Έλληνες, πόσο περισσότερο είναι πραγματικότητα για τους μετανάστες. Έτσι ποτέ δεν υπήρξε φίλτρο, αξιολόγηση δυνατοτήτων και κατάταξη των μεταναστών –αυτό που τώρα κάνει η Ευρώπη– με βάση το μορφωτικό επίπεδο. Το κοντινότερο παράδειγμα είναι πως θα έπρεπε να υπάρχει κίνητρο, ώστε οι αριστούχοι μαθητές αλλοδαποί, αυτόματα ως επιβράβευση, να λαμβάνουν την ελληνική υπηκοότητα. Τι μπορεί να είναι πιο λογικό και κερδοφόρο, από το να επιθυμείς τον έξυπνο, ικανό και άριστο να τον αφομοιώσεις και να τον κάνεις μόνιμο μέλος σου; Σκέψη που συνθλίβεται ανάμεσα στον ακροδεξιό ρατσιστικό σκοταδισμό, και την αριστερή απέχθεια για την αναγνώριση του καλύτερου και άριστου.

Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στο μεταναστευτικό είναι μία μεγάλη αποτυχία που μεγέθυνε και όξυνε τα προβλήματα – παρόλες τις προσδοκίες που δημιούργησε στην προεκλογική περίοδο, στην πραγματικότητα απώθησε τη δυσάρεστη εικόνα παγώνοντας λύσεις και σχεδιασμούς παρελκυστικά, ακόμη κι αν τώρα η Τασία Χριστοδουλοπούλου επικαλύπτει την ανεπάρκειά της με τις περίεργες και εξωφρενικές δηλώσεις της.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου