Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Ή εμείς ή το... "παλτό"

Απαξιώνουν αλλήλους αλλά προσδοκούν να συνεργαστούν μεταξύ τους την επομένη των εκλογών. Έτσι, όμως, πώς να τους εμπιστευτούμε; Πώς να πιστέψουμε ότι αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να μας βγάλουν από την κρίση;

Μόνη κοινή συνισταμένη της ρητορικής και του προεκλογικού λόγου που εκφέρει κατά την παρούσα αναμέτρηση το σύνολο του πολιτικού κόσμου είναι η απαξίωση των πολιτικών τους αντιπάλων.

Των ίδιων, δηλαδή, ανθρώπων με τους οποίους θα κληθούν, κατά πάσα βεβαιότητα, να συνεργαστούν και νασυγκυβερνήσουν την επομένη των εκλογών.

Αντί της προετοιμασίας ενός κοινού συνεργατικού τόπου, τα πολιτικά κόμματα της χώρας, και ιδίως τα δύο μεγαλύτερα, αναλώνονται καθημερινά στην απαξίωση των «απέναντι».

Εμείς θα πάμε τη χώρα μπροστά, λέει ο ένας, υπονοώντας ότι ο άλλος θα την πάει πίσω και ακριβώς το ίδιο επαναλαμβάνει και η άλλη πλευρά.

Εμείς εκπροσωπούμε το νέο και το καινούργιο, λέει η μία πλευρά, για να εισπράξει τη χλεύη και την άρνηση της άλλης.

Καταστρέψατε την ελληνική οικονομία τους 7 μήνες που κυβερνήσατε, λέει ο ένας, όχι εσείς την καταστρέψατε επί της 40χρονης δικής σας διακυβέρνησης, απαντά ο άλλος.

Όλα αυτά, δε, τα προφανή και εύλογα για άλλους χρόνους, την ίδια ώρα που προβάλλει εμφαντικά -βάσει των δημοσκοπήσεων- τόσο η απουσία δυνατότητας σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης, όσο και το λαϊκό αίτημα για τη συγκρότηση μιας ευρείας συμμαχικής κυβέρνησης, ως αποτέλεσμα της επικείμενης κάλπης.

Υπό το πρίσμα αυτό, όμως, είναι να απορεί κανείς για τη χείρα συνεργασίας που έτεινε χθες προς τον ΣΥΡΙΖΑ ο φίλτατος Βαγγέλης Μεϊμαράκης, μέσω Bloomberg (δείτε εδώ), όταν ελάχιστα εικοσιτετράωρα νωρίτερα ο επίσης φίλτατος κ. Τσίπρας τραμπάλιζε μεταξύ «πονηρούλη» και «ψευτράκου», από τα χείλη του ιδίου του προέδρου της ΝΔ. 

Έτσι, όμως, το μόνο που καταφέρνουν οι κυριότεροι πολιτικοί εκπρόσωποι του τόπου είναι να απαξιώνουν ακόμη περισσότερο την ίδια τους την εικόνα στην εκτίμηση του εκλογικού σώματος.

Αντί της επιδιωκόμενης συσπείρωσης της εκλογικής τους βάσης, που αποτελεί την κυριότερη αιτία για τον οπισθοδρομικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, οδηγούν σε περαιτέρω απαξίωση συνολικά το πολιτικό προσωπικό της χώρας και εδραιώνουν την ήδη γενικευμένη πεποίθηση περί της αδυναμίας του να οδηγήσει τη χώρα επιτυχώς εκτός κρίσης.

Φίλτατοι, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα των στιγμών είναι κατώτερος των περιστάσεων.

Όσο κι αν επιχειρηθεί ο καλλωπισμός της εικόνας που εμφανίζει σήμερα η ελληνική οικονομία, η πραγματική της πορεία δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί. Είναι ευθέως πτωτική και βαίνει επιδεινούμενη.

Εάν δεν υπάρξει έστω και τώρα μια ευρεία συμφωνία για την πλήρη και αποτελεσματική προώθηση τωνμεταρρυθμίσεων που τόσο έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία, με πρώτες αυτές που προβλέπει το μνημόνιο, το οποίο το σύνολο των κομμάτων -εν δυνάμει «συνεργατών»- συνυπέγραψε, η καθοδική πορεία της χώρας δεν θα ανακοπεί.

Η ανάγκη είναι δεδομένη, το πλαίσιο, όπως τίθεται από το μνημόνιο, υπάρχει και το μόνο που απουσιάζει είναι η πραγματική βούληση συνεργασίας για την υλοποίηση των αναγκαίων τομών.

Της ρήξης, δηλαδή, των πελατειακών σχέσεων που επί τόσα χρόνια χαρακτήρισαν την πορεία του τόπου και τη δημιουργία ενός σταθερού και ελκυστικού σε νέες επενδύσεις περιβάλλοντος.

Δίχως αυτό, δίχως δηλαδή την εμπέδωση ενός κλίματος εμπιστοσύνης και σταθερότητας, αλλά και του πλαισίου εκείνου για την έλξη επενδυτικών κεφαλαίων, όπως αυτό περιγράφεται από μια απελευθερωμένη αλλά άρτια εποπτευόμενη οικονομία, γιατί να βάλει κανείς τα χρήματά του στον τόπο μας;

Γιατί να πιστέψει ο οποιοσδήποτε επενδυτής ότι δεν θα «φάει ακόμη ένα παλτό», κατά τη χρηματιστηριακή ορολογία, τοποθετώντας τα χρήματά του στην Ελλάδα;

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου