Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Μπάμπη, μπορούσες πολύ περισσότερα

Τελευταία, παρατηρώ διαρκώς ανθρώπους που έχουν περάσει στη μέση ηλικία να φέρονται εντελώς ανακόλουθα με τις αστικές καταβολές τους και τις προδιαγραφές του κοινωνικού ρόλου τους. Χαριεντίζονται με την αναίδεια ενός πλουσιόπαιδου και την αδιαφορία ενός χρόνιου χασικλή. Άνθρωποι που προορίζονταν να χτίσουν τη χώρα του μέλλοντος, που είχαν προνομιακό σημείο εκκίνησης, δεν
μπορούν να διαφυλάξουν έστω την αξιοπρέπειά τους. Ο Μπάμπης δεν είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, είναι το συλλογικό αρχέτυπο του ανθρώπου που παράγει μιζέρια και όχι αξία.


Τον ξέρεις τον Μπάμπη. Είναι ο ληξίαρχος που σε βασανίζει σαδιστικά, όταν χρειάζεσαι ένα χαρτί. Είναι ο γιατρός που ζητάει φακελάκι. Είναι ο μανατζαραίος που αναλώνεται στη μικροπολιτική, τα θαψίματα και τα γλειψίματα. Είναι ο εισαγγελέας που βρίσκεται στο σπίτι του όταν έχει υπηρεσία τις Κυριακές. Είναι ο προϊστάμενος στην υπηρεσία που «έχει μια δουλειά, θα ξαναείναι εδώ αύριο». Είναι ο διευθυντής στη ΣΔΙΤ που κάνει πλάτες στις παράνομες απεργίες. Είναι ο επίκουρος καθηγητής που δεν πατάει στο μάθημά του και βάζει θέματα από τον ουρανό για να μην έχει φοιτητές.

Ο Μπάμπης έχει γεννηθεί λίγο μετά τη χούντα. Γνώρισε μία κοινωνία που εφορμούσε στην πρόοδο. Πρόλαβε τις διηγήσεις των γονιών του για τις δυσκολίες της νιότης τους και των παππούδων του για τη ζωή χωρίς ρεύμα, αλλά του ήταν τόσο μακρινά. Η δική του παιδική ηλικία είχε αυτοκίνητο και σπίτι στην πόλη. Πήγαινε σε ταβέρνα για φαγητό την Κυριακή και διακοπές το καλοκαίρι. Στο σπίτι υπήρχε εφημερίδα και γίνονταν πολιτικές συζητήσεις. Ο πατέρας του Μπάμπη είχε πολλά κοστούμια για να πηγαίνει στη δουλειά. Μεγάλωσε σαν αστός.

Μεγαλώνοντας στα φαντασμαγορικά ‘90ς, η οικογένειά του τον έστειλε σε φροντιστήριο για να μάθει αγγλικά και του προσέφερε μαθήματα και δεύτερες ευκαιρίες για να περάσει στις πανελλαδικές. Έβλεπε MTV και τρελαινόταν με τις άφθονες εικόνες, τις Κυριακές έβλεπε NBA και Formula1, είχε τα ρούχα με τις φίρμες που ήθελε. Περνούσε φανταστικά, χωρίς πραγματικές έγνοιες. Υπήρξε η πρώτη γενιά που δε φοβόταν το μέλλον, το περίμενε με λαχτάρα.

Οι σπουδές του ήταν ένα όνειρο. Σπούδαζε για να διοικήσει τη χώρα στο μέλλον. Κάποιοι Μπάμπηδες πέρασαν στην επαρχία, όπου είχαν μία ολοδική τους γκαρσονιέρα για να απολαύσουν την ορμή της μετεφηβείας. Άλλοι Μπάμπηδες έμειναν στην Αθήνα και χάρηκαν το δεύτερο αυτοκίνητο της οικογένειας και πλούσιες εξόδους. Στη διάρκεια των σπουδών του, ο Μπάμπης ξεχώριζε από τα άλλα παιδιά, τα χωριατόπαιδα. Είχε τον αέρα του αστού, του καλοβαλμένου, του πιο περπατημένου. Πήγε και ένα χρόνο στο εξωτερικό, «να κάνει το μεταπτυχιακό του το παιδί».

Επέστρεψε γρήγορα, στο εξωτερικό ήταν άλλωστε ζόρικα τα πράγματα. Βρήκε γρήγορα μία θέση στην εκρηκτική οικονομία της εποχής. Κάποιοι Μπάμπηδες διορίστηκαν με την αξία τους, πέρασαν τον ΑΣΕΠ ή διεκδίκησαν μία θέση σε κάποια ιδιωτική εταιρεία. Για άλλους Μπάμπηδες, φρόντισε η οικογένειά τους και τους τοποθέτησε σε κάποια ιδιαίτερα προνομιούχα θέση, από αυτές που δε βγήκαν ποτέ στις αγγελίες. Και στις δύο περιπτώσεις ήταν τέτοια η πρόοδός του που δεν θα μπορούσε να τη διανοηθεί κανείς μία γενιά πιο πίσω. Νέες τεχνολογίες, νέες ιδέες, νέες υπηρεσίες, ταξίδια και εκπαιδεύσεις.

Ο Μπάμπης υπήρξε το χρυσό παιδί μιας γενιάς που είχε τα βιώματα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Είχε δει βοσκούς να σαλαγάνε πρόβατα στην Πανόρμου και τη Φωκίωνος Νέγρη, είχε δει σακατεμένους από τον πόλεμο, είχε γνωρίσει αποσυνάγωγους αριστερούς που δεν μπορούσε να τους καλημερίσει, ήξερε τι σημαίνει να έχεις γνωστό στο κόμμα για να πάρεις λίπασμα για το χωράφι σου, γνώριζε πώς χαιρετάνε τα ροζιασμένα χέρια του αγρότη, τους τριμμένους γιακάδες του εργάτη. Ήξερε το βλέμμα του χαφιέ στο περίπτερο, το πρόσωπο της δυστυχίας.

Η γενιά αυτή έβαλε σοβά στα πετρόχτιστα σπίτια από το χέρι των γονιών της, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Όχι μόνο δημιούργησε περιουσία για την ίδια, σε εποχές που ήταν κατόρθωμα να έχεις έστω και ποδήλατο, αλλά και αγωνίστηκε να εγκαταστήσει θεσμούς, να δημιουργήσει επιχειρήσεις, να μπορέσει να ταξιδέψει έστω και μία φορά στο εξωτερικό. Οι γενιά των γονιών του Μπάμπη όχι μόνο έζησε την αστική ζωή, αλλά και την εκδημοκράτισε προς όλους. Για να μπορέσουν τα παιδιά της να πετάξουν χωρίς αγκυλώσεις. Υπήρξε μία γενιά που απαίτησε το καλύτερο για το παιδί της, για να φτάσει πιο ψηλά.

Ο Μπάμπης προτίμησε να μην πετάξει, αλλά να χαρεί τα προνόμια που του εκχώρησαν οι γονείς του, άμεσα ή έμμεσα. Κατάφερε να διατηρήσει την κοινωνική θέση των γονιών του, αλλά έγινε ολίγιστος, ίσως γιατί έμεινε απλά στάσιμος και δεν διήνυσε τη διαδρομή τους. Απέτυχε να παραλάβει τη φλόγα της δημιουργίας. Απέτυχε να δημιουργήσει και μετατράπηκε σε ένα πομπώδες βάρος. Νιώθει σπουδαίος και ικανότατος, χωρίς ποτέ όμως να έχει δοκιμαστεί στον πραγματικό κόσμο, βολεμένος και οχυρωμένος στη γωνίτσα του.

Ο Μπάμπης ως σφραγιδοφύλακας σε υπηρεσία του Δημοσίου
Οι δημόσιες υπηρεσίες όπου είναι τοποθετημένος καταρρέουν, αφού ποτέ δεν βελτίωσε ένα πετραδάκι σε αυτές. Οι ιδιωτικές επιχειρήσες που στελεχώνει έχουν βαλτώσει στην Ελλάδα, αν δεν έκλεισαν με την κρίση. Η οικογένειά του ζει σε ένα μεταμοντέρνο μικροαστισμό που απηχεί στερεότυπα από «το Ρετιρέ». Με τις οικονομικές του επιλογές προώθησε έναν ανόητο καταναλωτισμό. Αγόρασε αυτοκίνητα και ακριβά ρούχα, ήπιε καφέδες στην Ερμού στην τιμή που έχουν στο Savvoy του Λονδίνου, έπαιξε στο χρηματιστήριο αντί να επενδύσει σε αυτό.

Ταξίδεψε πολύ, αλλά έμεινε ανεπηρέαστος από τις κουλτούρες που ήρθε σε επαφή. Δεν προσπάθησε να ενσωματωθεί στην κουλτούρα που επισκέφτηκε, δεν προσπάθησε να γνωρίσει τον τόπο, να υφαρπάξει ιδέες, απλά χάζεψε τα πέντε φανταχτερά τοπόσημα. Το ίδιο πεζός διάγει και στην υπόλοιπη ζωή του. Αδιαφόρησε για τις τέχνες, τις φιλοσοφικές ιδέες, την ουσιαστική πολιτική, τις εξελίξεις στην ίδια του την επιστήμη. Δεν διεκδίκησε καλύτερο σχολείο, υγεία και δικαιοσύνη για τα παιδιά όλων, πιστεύει πως με τα χρήματά του θα μπορέσει να τα εξασφαλίσει διά βίου.

Ο Μπάμπης δεν είναι ένα λαοπρόβλητο πρόσωπο, έχει συγκεκριμένο κύκλο. Αλλά η πρόοδος και η αλλαγή περνάει μέσα από τα χέρια του και τη θέση που κατέχει. Και δυστυχώς, με τίποτα από τα δύο δεν νιώθει άνετα, αφού είναι τα ακριβώς αντίθετα από τα στοιχεία που τον ανέδειξαν στη σημερινή του θέση. Φυσικά νιώθει εξαιρετικά άνετα με τα προνόμια που εκπορεύονται από αυτή. Έτσι κρατάει την κοινωνία καθηλωμένη, αφού έχει κάθε συμφέρον να μην αλλάξει τίποτα στη δομή της.

Ο Μπάμπης πρόδοσε τις αρχές των ανθρώπων που τον δίδαξαν, διάλεξε τον εύκολο δρόμο και έγινε αυτό που λέμε irrelevant – άσχετος με τις εξελίξεις στη σημερινή κοινωνία. Ο Μπάμπης προδίδει όμως και τις προσδοκίες της κοινωνίας από αυτόν, καθώς από αυτόν περίμεναν να την οδηγήσει και να την εξελίξει. Φαίνεται πετυχημένος σε σχέση με τα άλλα παιδιά. Έχει αναγνώριση και δουλειά και οικογένεια και εξακολουθεί να είναι καλοβαλμένος, ακόμη και στη σημερινή εποχή.

Ο Μπάμπης απέτυχε όμως στο ρόλο που του απέδωσαν και δέχτηκε με χαρά. Αντί να γίνει ένας φορέας αλλαγής, έγινε ένας κονιόρδος. Έχουμε όλοι χρέος να δείξουμε τη γύμνια του και να τον αφήσουμε πίσω μας για να προχωρήσουμε. Αν μπορέσει θα ακολουθήσει.


ΥΓ. Προς Θεού, δεν έχω κάτι με το όνομα Χαράλαμπος, ίσα ίσα είναι και ωραίο και εξαιρετικοί μου φίλοι και συγγενείς το έχουν. Αλλά δεν ήξερα και πώς να ονοματίσω τον ανθρωπότυπο; Γιάννη; Τζακ; Γι’ αυτό και Μπάμπης. Συγγνώμη εκ βαθέων.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου