Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Oι κάλπες της ντροπής

Πόσο μακρινή μοιάζει η εποχή που οι νέοι έτρεχαν στις κάλπες να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ, πεπεισμένοι ότι θα παίρνουν τουλάχιστον 751 ευρώ και οι μεγαλύτεροι τους ακολουθούσαν πεπεισμένοι ότι θα απαλλαγούν τουλάχιστον από το χαράτσι του ΕΝΦΙΑ; Μπορεί να μην πίστευαν ότι θα απαλλαγούν απ’ όλο το άχθος των Μνημονίων, αλλά θα ήταν ευχαριστημένοι αν ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε «το 10% από αυτά που τους υπόσχονταν». Κι όμως, δεν έχουν περάσει ούτε οχτώ μήνες από τότε. Και τώρα καλούνται στην κάλπη για να επικυρώσουν τη διάψευση των ελπίδων τους, αποδεχόμενοι ότι η πολιτική των Μνημονίων είναι ένα είδος μοίρας που θα τους βαραίνει εσαεί. Καλούνται να ψηφίσουν αυτόν που υπόσχεται το καλύτερο αναλγητικό για τα αναπόφευκτα άλγη των Μνημονίων (που έγιναν τρία, ζωή να ‘χουν).

Τα όσα συνέβησαν αυτό το οχτάμηνο εξηγούν τα όσα συμβαίνουν σ’ αυτή την «παράξενη» προεκλογική περίοδο. Μπορεί ο Σακελλαρίδης να διατυμπάνισε την «αριστερή μελαγχολία» του, πριν ανακοινώσει ότι θα είναι ξανά υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ (και υπουργός, αν ξανασχηματίσουν κυβέρνηση), αυτή η «μελαγχολία» όμως είναι ριζικά διαφορετικού χαρακτήρα από την κοινωνική μελαγχολία, που αναγκάζει τον Τσίπρα να πηγαίνει στην Κρήτη και να κάνει μικροσυγκεντρώσεις σε κωμοπόλεις Κισάμου και Ανωγείων (ίσα-ίσα για να εξασφαλιστούν τηλεοπτικά πλάνα) και να μην αποτολμά συγκέντρωση στο Ηράκλειο (εκεί όπου είχε προαναγγείλει ότι οι αγορές θα χορεύουν πεντοζάλι στο ρυθμό της λύρας και του νταουλιού) ή στα Χανιά. Aκόμη κι αυτοί που θα προσέλθουν στις κάλπες της ντροπής και θα ψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, με τη λογική του «μικρότερου κακού», δεν είναι διατεθειμένοι (στο μεγαλύτερο μέρος τους) να μετατραπούν σε χειροκροτητές εκείνου που τους έταξε απαλλαγή από τα Μνημόνια και σε εφτά μήνες τους αλυσόδεσε με νέο Μνημόνιο, χωρίς να τους απαλλάξει στο παραμικρό από τα προηγούμενα Μνημόνια.

Αυτή η κατάσταση εξηγεί ενδεχομένως και την εικόνα ντέρμπι που καταγράφουν τα γκάλοπ. Οσο και να τα «τσιμπάνε» (που τα «τσιμπάνε») οι δημοσκόποι, για να ενισχύσουν το νέο δικομματισμό και την προοπτική του «μεγάλου συνασπισμού», δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εικόνα του «διπλού σκορ», με το οποίο ο Τσίπρας πικάριζε τον Μεϊμαράκη από το βήμα της Βουλής, μόλις στα τέλη του Ιούλη, εικόνα επίσης «πειραγμένη», πλέον δεν υπάρχει.

Γιατί μιλάμε για κάλπες της ντροπής; Γιατί το πρόγραμμα που θα εφαρμόσει η επόμενη κυβέρνηση είναι δεδομένο, υπογεγραμμένο από τη μεγάλη πλειοψηφία της απελθούσας Βουλής. Είναι το Μνημόνιο-3, με τον εμπροσθοβαρή χαρακτήρα του. Δηλαδή, με τα περισσότερα μέτρα να ψηφίζονται εντός του επόμενου εξάμηνου (μέχρι την άνοιξη του 2016). Γι’ αυτό και δε γίνεται καμιά συζήτηση γι’ αυτό το πρόγραμμα. Πετάνε μόνο μπαρούφες για «ανώδυνη εφαρμογή» και «επαναδιαπραγμάτευση» κάποιων μέτρων. Μόνο που αυτή τη φορά ουδείς διανοείται να μιλήσει για σκέτη «επαναδιαπραγμάτευση», όπως μιλούσαν ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος κι ο Κουβέλης του 2012, πολλώ δε μάλλον για «κατάργηση», όπως μιλούσε ο Τσίπρας μέχρι και το Γενάρη του 2015. Ολοι μιλούν για «επαναδιαπραγμάτευση μέσω ισοδυνάμων», σε μια προσπάθεια να παραμυθιάσουν κάποιον κόσμο για να πάει να τους ψηφίσει. Ποντάρουν στη ριζωμένη στις λαϊκές μάζες αντίληψη του «κοινοβουλευτικού κρετινισμού», η οποία τροφοδοτείται από την απογοήτευση και την ηττοπάθεια. Δεν είναι τυχαίο ότι το κεντρικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ είναι το ίδιο. «Μόνο μπροστά» του ΣΥΡΙΖΑ, «Η Ελλάδα μπροστά» της ΝΔ. Πλακώθηκαν και στις αλληλοκατηγορίες, μάλιστα, για το ποιος έκλεψε τον άλλο.

Γι’ αυτό και ουσιαστικά κάνουν πασαρέλα αρχηγών και τον τόνο της προεκλογικής αντιπαράθεσης δίνουν από τη μια οι εξυπνάδες και οι ψευτομαγκιές και από την άλλη η συζήτηση για το ποιος θα συνεργαστεί με ποιον ή με ποιους για να σχηματιστεί μνημονιακή κυβέρνηση μετά τις εκλογές (όλοι αποκλείουν το ενδεχόμενο νέων εκλογών, γιατί αυτό αφαιρεί εκλογική δύναμη). Οι κυρίαρχοι αστικοί κύκλοι, που εκφράζονται μέσα από τα μεγάλα συγκροτήματα των ΜΜΕ, έχουν εκφράσει τη δική τους θέληση: ή «μεγάλος συνασπισμός» ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ ή «κυβέρνηση εθνικής ανάγκης» με τη συνεργασία του πρώτου κόμματος με τα μικρότερα μνημονιακά κόμματα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, μάλλον βουτηγμένος στην αλαζονεία των γκάλοπ του Ιούλη, σήκωσε ψηλά το αίτημα της αυτοδυναμίας, δηλώνοντας ότι δε συζητά συνεργασία με κανένα άλλο κόμμα. Δεν υπολόγισε σωστά ούτε την εσωκομματική κρίση, ούτε τη λαϊκή δυσαρέσκεια, ούτε την πίεση της «οικουμενικότητας» που θα ασκούσαν τα αστικά ΜΜΕ. Οταν είδαν ότι αυτό δεν «πουλάει» και τόσο, διατήρησαν μεν το αίτημα της αυτοδυναμίας (αναγκαστικά σ’ ένα βαθμό, γιατί η συσπείρωση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται εξαιρετικά χαμηλή), άρχισαν όμως να το «γλυκαίνουν», εστιάζοντας κυρίως στην άρνηση κυβερνητικής συνεργασίας με τη ΝΔ. Για τους υπόλοιπους (Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ) υπάρχει ένα μικρό κλείσιμο του ματιού, που όσο θα πλησιάζουμε προς την κάλπη, ανάλογα και με τα γκάλοπ, μάλλον θα γίνει μεγαλύτερο. Η πλάκα είναι πως ο Τσίπρας, στο one man show που δίνει, δεν μιλάει πλέον για το «μπλοκ του Μνημονίου», αλλά για το «παλιό πολιτικό σύστημα»! Λες και ο συνεταίρος του στη συγκυβέρνηση του τρίτου Μνημόνιου, Καμμένος, αντιπροσωπεύει το νέο και το φρέσκο ή λες και η πλειοψηφία των συριζαίων (και ο ίδιος ο Τσίπρας) μπορούν πλέον να εμφανίζονται ως φορείς του νέου και του άφθαρτου. Και στο κάτω-κάτω, αυτά τα έλεγε και εξακολουθεί να τα λέει ο Θεοδωράκης, που έχει και το… copyright.

Η ΝΔ, με τον Βαγγέλα να δίνει το δικό του σόου «να ‘ουμ», πήρε το μήνυμα των μιντιαρχών και από το πρωί μέχρι το βράδυ ορκίζεται στις κυβερνήσεις συνεργασίας, από τις οποίες δεν απορρίπτει ούτε τον ΣΥΡΙΖΑ. Ετσι, ο Βαγγέλας ζητά την πρωτιά για να γίνει αυτός πρωθυπουργός σε μια κυβέρνηση συνεργασίας ακόμη και με τον ΣΥΡΙΖΑ. Το επιχείρημά του είναι απλό και αναπτύσσεται στον αντίποδα του βασικού επιχειρήματος του Τσίπρα: το Μνημόνιο αυτό είναι του Τσίπρα, δεν είναι δικό μας. Εμείς αναγκαστήκαμε να το ψηφίσουμε για να μην καταστραφεί η χώρα. Αν ο Τσίπρας μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο, θα το είχε κάνει. Αν υπάρχει περίπτωση να βελτιωθεί κάτι, αυτό μόνον εμείς μπορούμε να το καταφέρουμε κι όχι ο Τσίπρας, που επί εφτά μήνες έπαιζε, βούλιαξε την οικονομία και στο τέλος μας φέσωσε με επιπλέον 60 δισ.

Θεοδωράκης και Φώφη παλεύουν στα μαρμαρένια αλώνια προκειμένου να πείσουν ότι αποτελούν την καλύτερη κυβερνητική τσόντα και γι’ αυτό αξίζουν την ψήφο. Ο Θεοδωράκης δε δείχνει καμιά δυναμική. Ολο τα ίδια και τα ίδια, το κουτάκι με τις μαλακίες άδειασε και η «κακιά μάγισσα» που έχει πιάσει στασίδι σε όλα τα κανάλια έχει τον ανθρωποδιώκτη (όταν μιλάμε για απλούς λαϊκούς ανθρώπους και όχι για τα καλόπαιδα που ψήφιζαν Τζήμερο). Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ της Φώφης, χωρίς την πίεση του Γιωργάκη και με λίγη προπαγανδιστική εσάνς από τα ορφανά του κυρ-Φώτη, ενδέχεται να διασωθεί αξιοπρεπώς. Εχει, όμως, έναν μεγάλο αντίπαλο που ακούει στο όνομα… Βασίλης Λεβέντης. Είναι η κατάντια του αστικού πολιτικού συστήματος, αλλά ταυτόχρονα και η κατάντια ενός τμήματος του ελληνικού λαού (για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους).

Ο Καμμένος δίνει μάχη ζωής και θανάτου. Το σύνθημα «φηφίστε μας για να ξανακυβερνήσουμε με τον Αλέξη» δεν μπορεί να πιάσει στο ακροδεξιό ακροατήριο, πλην ίσως των καραβανάδων που ενδεχομένως βλέπουν στον Καμμένο τον φύλακα άγγελό τους. Οταν, όμως, βγαίνει και λέει ότι το Μνημόνιο-3 είναι… το τέλος των Μνημονίων, είναι σα να καλεί τους ψηφοφόρους του να χτυπήσουν το κεφάλι τους στον τοίχο και να ψηφίσουν ή ΝΔ ή τους νεοναζί (που… σοβάρεψαν).

Οι Λαφαζανικοί αποτελούν ασφαλώς τον άγνωστο Χ, καθώς δεν έχουν ξαναδοκιμαστεί σε εκλογική μάχη. Σε επίπεδο προεκλογικού λόγου επαναλαμβάνουν όσα έλεγε μέχρι τις τελευταίες εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ, κάπως πιο συμμαζεμένα. Ομως, ούτε οι αερολογίες του Λαφαζάνη ούτε το αφασικό παραλήρημα του Στρατούλη μπορούν να κρύψουν την ουσία και να τους δώσουν κανένα μεγάλο εκλογικό αέρα. Αυτές οι αερολογίες κάηκαν στο καμίνι της εφτάμηνης κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ, για την οποία οι Λαφαζανικοί είναι συνυπεύθυνοι. Οσο δε λένε κάτι πειστικό για την «εναλλακτική λύση», που τάχα πρότειναν στον Τσίπρα κι αυτός την απέρριψε, δεν μπορεί να φιλοδοξούν σε τίποτα περισσότερο από τη συγκέντρωση του «γαμώτο» της παλιάς συριζαίικης βάσης.

Αυτό δε σημαίνει ότι δε δημιουργούν ήδη τεράστιο πρόβλημα στον Περισσό, ο οποίος είδε το 2012 να φεύγει κατά ΣΥΡΙΖΑ μεριά ένα τμήμα της εκλογικής του βάσης και τώρα που ήλπιζε σε κάποιον σχετικό επαναπατρισμό, έχει δίπλα του τον Λαφαζάνη σε ρόλο γιδοβοσκού που προσπαθεί να «μαυλίσει» όποιο «ζωντανό» φεύγει από το συριζαίικο κοπάδι. Γι’ αυτό και η προπαγάνδα του Περισσού εστιάζεται κυρίως στον πόλεμο κατά του Λαφαζάνη και της παρέας του.

Και οι ιμπεριαλιστές δανειστές; Πεπεισμένοι ότι οι εκλογές θα ξεκαθαρίσουν το τοπίο, έδωσαν στον Τσίπρα το ΟΚ να τις κάνει με διαδικασίες fast track και τώρα προσπαθούν να τον στηρίξουν. Πόσες φορές στο παρελθόν είχατε ακούσει εκπροσώπους της γερμανικής κυβέρνησης να μιλούν για «σημαντική απομείωση του ελληνικού χρέους»;

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου