Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Και όμως, η Ευρώπη μπορεί

Πολιτικές προκαταλήψεις, φόβος μπροστά στο πρωτόγνωρο, ατομισμοί και εξουσιολαγνείες είναι φαινόμενα που μπορούν να ξεπεραστούν και να επιτρέψουν στην Ευρώπη να διαδραματίσει τον ρόλο που τής αξίζει στην διεθνή σκηνή.

Η Ευρώπη έχει προβλήματα. 

Και για να ακριβολογήσουμε, θα πρέπει να πούμε ότι πολιορκείται από αυτά. Η μαζική άφιξη προσφύγων από τους πάλαι ποτέ τριτοκοσμικούς και σήμερα ισλαμικούς «παραδείσους» θέτει υπό αμφισβήτηση τα ενιαία σύνορά της. Η ελληνική χρηματοοικονομική κρίση του δανειακού κρατισμού απειλεί πάντα την οικονομική και νομισματική ένωση. 

Το προσεχές δημοψήφισμα στο Ηνωμένο Βασίλειο ίσως αποτελέσει το εφαλτήριο για μία γενική κρίση συνοχής του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. 

Η άνοδος ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων σε χώρες όπως η Γαλλία και η Πολωνία βαραίνει το πολιτικό κλίμα και συνιστά βίαιη παραπλάνηση των Ευρωπαίων πολιτών απέναντι στην πραγματικότητα. 

Έτσι, την ώρα που σε παγκόσμιο επίπεδο παρατηρείται μία εντυπωσιακή αναδιάταξη του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας, με παράλληλη ανακατανομή των μεριδίων του παγκόσμιου εμπορίου, η Ευρώπη, αντί να πρωτοπορεί, βαδίζει προς τα πίσω –κυρίως από πολιτικής πλευράς. 

Πολλοί είναι οι παρατηρητές που ρίχνουν λάδι στην φωτιά προβλέποντας μία Ευρώπη που απειλείται με διάσπαση και μία ευρωζώνη που μπορεί να καταρρεύσει. Πίσω όμως από αυτά τα σενάρια της πιθανής καταστροφής, πού βρίσκεται η αλήθεια, αν αυτή υπάρχει;

Ο υπογράφων παρακολουθεί το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι από το 1965 και μπορεί μετά βεβαιότητος να πει ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει γνωρίσει πολύ σοβαρότερες κρίσεις. Αυτές της παιδικής της ηλικίας ήσαν πολύ πιο κρίσιμες από τις σημερινές –εποχή όπου σε 15 μήνες θα συμπληρωθούν 60 χρόνια από την Συνθήκη της Ρώμης και 17 χρόνια από την λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ). 

Για παράδειγμα, η πολιτική του στρατηγού ντε Γκωλ την δεκαετία του 1960, όταν η χώρα του εφάρμοζε την τακτικής της «κενής καρέκλας», ήταν πολύ πιο επικίνδυνη για την τότε ΕΟΚ από τα σημερινά καραγκιοζιλίκια κάποιων Πολωνών, Τσέχων και Γάλλων εθνικιστών. 

Τότε υπήρχε σοβαρότατος κίνδυνος το ευρωπαϊκό σπίτι να πέσει. Σήμερα αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο, ακόμα και αν το Ηνωμένο Βασίλειο φύγει από την Ένωση. Εξάλλου, το γεγονός της εξόδου του από την ΕΕ αντί να προκαλέσει περισσότερες διασπαστικές τάσεις, ίσως αποδειχθεί πιο ενοποιητικό για την Ένωση και το πολιτικό της μέλλον. 

Διότι, αν ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ ήταν αυτός που είχε πει για το σχέδιο του Ζαν Μονέ ότι πρέπει να καταλήξεις στις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», λίγοι είναι οι συμπατριώτες του που μοιράζονται την τοποθέτηση αυτή. Οι Βρετανοί ήσαν και είναι ευρωσκεπτικιστές και προτιμούν την Ευρώπη ελεύθερη ζώνη συναλλαγών παρά οποιοδήποτε άλλο πολιτικο-οικονομικό μόρφωμα.

Από την άλλη πλευρά, αν η ευρωζώνη δέχεται να βρίσκεται σε φάση αναταράξεων, το λάθος δεν έγκειται στην φιλοσοφία που υπαγόρευσε την δημιουργία της αλλά στον τρόπο που οικοδομήθηκε η περίφημη ΟΝΕ. 

Τεράστιο υπήρξε επίσης και το λάθος των υπευθύνων της ευρωζώνης να δεχθούν την Ελλάδα στους κόλπους της την στιγμή που γνωρίζουν πολύ καλά ότι η ελληνική οικονομία, από δομικής πλευράς, απείχε αισθητά από όλες τις άλλες οικονομίες που συμμετείχαν στο εγχείρημα. 

Η ελληνική κρίση πυροδότησε μία ευρύτερη ευρωζωνική αναταραχή, η οποία έχει ήδη κοστίσει ένα τρισεκατομμύριο ευρώ στην ΟΝΕ, ενώ παράλληλα έφερε στο προσκήνιο τις στρεβλώσεις των οικονομιών του ευρωπαϊκού Νότου, που είναι και αυτές με τις ισχυρότερες αντιπαραγωγικές κρατικές παρεμβάσεις.

Παρόλα αυτά, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντέδρασαν αποτελεσματικά στην χρηματοοικονομική κρίση και, μέσω της δημιουργίας νέων μηχανισμών, έριξαν τις βάσεις για ενίσχυση της οικονομικής πολιτικής και κυρίως της τραπεζικής της διάστασης. 

Όμως, ως είθισται στην ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, οι πολιτικές αυτές είναι πάντα ενταγμένες στην λογική προστασίας της εθνικής κυριαρχίας –έννοια που σήμερα αποτελεί και την μοναδική ιδεολογική τροφή των κατά κύριο λόγο φαιοκόκκινων πολιτικών δυνάμεων. 

Σήμερα, ωστόσο, όλα δείχνουν ότι, στο πλαίσιο μίας πιο προωθημένης οικονομικής πολιτικής, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα που είναι αρμόδια για την προώθησή της θα ασκούν τα καθήκοντά τους με τρόπο πολύ πιο πιεστικό απ’ ό,τι στο παρελθόν. 

Εικάζεται έτσι ότι μέσα στην προσεχή πενταετία, η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαφέρει αισθητά από την προ δεκαετίας αντίστοιχη και σίγουρα θα έχει κάνει σοβαρά βήματα προς την κατεύθυνση της πολιτικής της ολοκλήρωσης. 

Σαφώς δε, τα βήματα αυτά «τρομάζουν» τους φαιοκόκκινους αντιπάλους της Ένωσης, οι οποίοι είναι ξεκάθαρο ότι, με αφορμή σοβαρά γεγονότα, όπως το προσφυγικό, θα παίξουν τα ρέστα τους σε δημαγωγία και παραπλάνηση της κοινής γνώμης.

Από την άποψη αυτή πρέπει να ομολογηθεί ότι οι δύο μεγάλες ευρωπαϊκές παρατάξεις, που είναι η Χριστιανοδημοκρατία και τα κεντροδεξιά κόμματα και η Σοσιαλδημοκρατία, βρίσκονται υπό καθεστώς κρίσης, που οφείλεται σε πολυετή φθορά τους από την άσκηση της εξουσίας.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της νέας πραγματικότητας, που ήδη έγινε ορατή στην Ελλάδα και στην Ισπανία, η σχετική ομοσπονδιοποίηση της Ευρώπης δεν θα είναι πολύ εύκολη υπόθεση. Η προώθησή της θα απαιτεί όλο και περισσότερη δημοκρατική αντιπροσώπευση, μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών και υψηλότερο επίπεδο διαλόγου. 

Κατά συνέπεια, θα εντείνεται η αμφισβήτηση του status quo ακόμα και από αυτούς που εμπνέονται από την ευρωπαϊκή ιδέα και που γνωρίζουν ότι στον πολυπολικό και πολύπλοκο κόσμο μας τα μεμονωμένα κράτη δεν έχουν καμία τύχη.

Ένα σοβαρό πρόβλημα που θα πιέζει την Ευρώπη είναι αυτό της δημοκρατικής της γήρανσης, το οποίο ωστόσο θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο μίας «έξυπνης» μεταναστευτικής πολιτικής –με την τελευταία να ενισχύει και την έννοια της ευρωπαϊκής ταυτότητας. 

Μία άλλη διάσταση του ευρωπαϊκού δρόμου προς το αύριο είναι αυτή της συνεργασίας και της ισχύος του γαλλογερμανικού άξονα, η όποια αποδυνάμωση του οποίου θα είναι αρνητική για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Όντως, λοιπόν, τα προβλήματα δεν είναι είδος εν ανεπάρκεια στην Ευρώπη. Πλην όμως, και διαχειρίσιμα είναι και λύσεις εμπεριέχουν. Γι αυτό απέχουμε αισθητά από το να συμμεριζόμαστε τις φωνές της καταστροφολογίας και της απαισιοδοξίας.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου