Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Το "Κυπριακό" σε κρίσιμη καμπή. "Νεκρανάσταση" του εφιαλτικού "σχεδίου Ανάν". (Μία ιστορική και γεωπολιτική ανάλυσις).


Εδώ και μερικές ημέρες κρατούσαμε την αναπνοή μας παρακολουθώντας τις εξελίξεις των συνομιλιών επί της εσχάτως αναζητουμένης «λύσεως» του κυπριακού ζητήματος, οι οποίες διεξήγοντο στην Γενεύη της Ελβετίας, αναλογιζόμενοι το μέγεθος της διαφαινομένης εθνικής καταστροφής, η οποία μάλλον απετράπη, προσωρινώς τουλάχιστον, δεδομένου ότι, με ευθύνη της Τουρκίας, οι πολυδιαφημισμένες διαπραγματεύσεις επί της ουσίας ναυάγησαν – ευτυχώς! Προβλέπεται ωστόσο οι συνομιλίες να επαναληφθούν επί τεχνικών θεμάτων στα οποία εντοπίστηκαν διαφωνίες και μάλιστα πολύ συντόμως (συγκεκριμένως μεταξύ 18 και 20 Ιανουαρίου, στο Μον Πελερέν της Ελβετίας), πράγμα που σημαίνει ότι ο κίνδυνος δεν εξέλιπε – τουναντίον!

Ιστορική αναδρομή στο «Κυπριακό Ζήτημα»


Πριν αναφερθούμε στις πρόσφατες εξελίξεις είναι απαραίτητη μία συνοπτική ιστορική αναδρομή και ένας προσδιορισμός του τι εννοείται ως «Κυπριακό». Το «Κυπριακό», ως διεθνοπολιτικό ζήτημα, θεωρείται μέρος του ευρυτέρου «Ανατολικού Ζητήματος» όπως είναι γνωστό το σύνθετο πλέγμα των προβλημάτων στις διεθνείς σχέσεις που προέκυψε στην νοτιοανατολική Ευρώπη και την μέση Ανατολή με την σταδιακή αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα, οπότε μία σειρά από εθνότητες, υποταγμένες ως τότε στην εξουσία της «Υψηλής Πύλης», διεκδίκησαν αυτοδιάθεση. Οι διαμόρφωση των συνόρων των κρατών που προέκυψαν στα άλλοτε όρια της οθωμανικής επικρατείας καθώς και οι ζώνες επιρροής των μεγάλων δυνάμεων επ’ αυτού του χώρου, απετέλεσαν την βάση του πολυπλοκάμου «Ανατολικού Ζητήματος» που δεν έχει πάψει να είναι ενεργό, εφόσον η ασταμάτητη αναταραχή στον χώρο της Μ. Ανατολής (Ιράκ, Συρία, Παλαιστίνη, κλπ) αποτελεί μέρος της εξέλιξής του. (Και το «Μακεδονικό Ζήτημα», ειρήσθω εν παρόδω, μέρος του «Ανατολικού Ζητήματος» αποτελεί). Κρίσιμη λοιπόν πτυχή του «Ανατολικού Ζητήματος» αποτελεί και το «Κυπριακό Ζήτημα», δεδομένης της τεραστίας σημασίας της μεγαλονήσου τόσο από γεωστρατηγικής απόψεως (λόγω της θέσεώς της στο κέντρο της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, ως «σταθερό αεροπλανοφόρο», και της εγγύτητός της στις νότιες μικρασιατικές ακτές και σε Αίγυπτο-Σουέζ-Λίβανο-Ισραήλ, κλπ) όσο και από γεωοικονομικής απόψεως (λόγω των τεραστίων ποσοτήτων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που έχουν εντοπιστεί τα τελευταία χρόνια στον υποθαλάσσιο χώρο της περιοχής στην οποία συγκλίνουν οι ΑΟΖ Κύπρου-Αιγύπτου-Ισραήλ).

Η ελληνικότης της Κύπρου διετηρήθη, κυριολεκτικώς διά πυρός και σιδήρου διά μέσου των αιώνων, αφότου στα αρχαία χρόνια (περίπου στα 1400 π.Χ.) ελληνικά φύλα και συγκεκριμένα Αχαιοί, εποίκισαν την Κύπρο, εκτοπίζοντας τους Φοίνικες που είχαν έως τότε κάποιες σποραδικές εγκαταστάσεις, εκτοπίζοντας επίσης (ή και αφομοιώνοντας) τους προελληνικούς τοπικούς πληθυσμούς (γνωστούς ως Ετεοκυπρίους). Το όνομα Κύπρος απαντάται άλλωστε για πρώτη φορά στα ομηρικά έπη. Στην συνέχεια, ο κυπριακός Ελληνισμός χρειάστηκε να δώσει αλλεπάλληλους αγώνες εναντίον ποικίλλων εισβολέων, ιδίως δε κατά τα μεσαιωνικά χρόνια, οπότε αποτελούσε μέρος του βυζαντινού κράτους, εναντίον κυρίως των αραβικών επιθέσεων που οδήγησαν και σε παροδικές κατακτήσεις. Αργότερα περιήλθε στην εξουσία των σταυροφόρων του Άγγλου βασιλέως Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου και εν συνεχεία, διαδοχικώς, στην εξουσία των Ναϊτών Ιπποτών και των Βενετών, μέχρι να περιέλθει τελικώς υπό οθωμανική κυριαρχία το 1571. Κατά την φάση διαλύσεως της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατέστη Βρετανική κτήση με την συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (το 1878). Ο Ελληνισμός όμως, τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα όσο και στην Κύπρο, διατηρούσε ως σταθερό εθνικό στόχο την αποτίναξη της βρετανικής κυριαρχίας και την ενσωμάτωση της μεγαλονήσου στον ελληνικό εθνικό κορμό. Αποκορύφωμα αυτών των οραμάτων υπήρξε ο μεγαλειώδης εθνικοαπελευθερωτικός αγών (1955-1959) των Κυπρίων αγωνιστών της Εθνικής Οργανώσεως Κυπρίων Αγωνιστών (Ε.Ο.Κ.Α.) του οποίου ηγήθηκε ο θρυλικός Γεώργιος Γρίβας («Διγενής»). Αμέτρητοι οι φυλακισμένοι και οι νεκροί (από μάχες του ανταρτοπολέμου της ΕΟΚΑ εναντίον των βρετανικών δυνάμεων καθώς και από απανθρώπους απαγχονισμούς νεαρών Ελλήνων πατριωτών της Κύπρου από τους …«δημοκράτες» και «ανθρωπιστές» Βρετανούς αποικιοκράτες). Η δε Αθήνα την ίδια περίοδο εδονείτο από συνεχείς μαζικές και δυναμικές αντιβρετανικές διαδηλώσεις στις οποίες κυριαρχούσε το σύνθημα «Ελλάς – Κύπρος: Ένωσις» (το οποίο σήμερα φαίνεται ότι το έχουν ξεχάσει ακόμα και πολλοί εξ όσων κάποτε συμμετείχαν στις διαδηλώσεις εκείνες…). Σύγκορμος ο Ελληνισμός εφλέγετο από το σύνθημα της «Ενώσεως» – πλην των σταθερώς ανθελλήνων κομμουνιστών, σε Ελλάδα (ΚΚΕ) και Κύπρο (ΑΚΕΛ), οι οποίοι ήταν μονίμως οπαδοί της «αυτοδιαθέσεως», όπως είναι πάντοτε, όποτε κρίνεται η τύχη τμημάτων του Ελληνισμού (βλέπε «Μακεδονικό Ζήτημα» – κομμουνιστικό σύνθημα περί «αυτοδιαθέσεως της Μακεδονίας»)…

Ο εθνικός αγών της ΕΟΚΑ. 
Οι προδοτική συνθήκη Ζυρίχης-Λονδίνου και τα γεγονότα του 1974.

Ο ηρωικός αγών της ΕΟΚΑ απέδωσε τελικώς καρπούς, οδηγώντας τους Βρετανούς σε διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Κύπρου. Οι διαπραγματεύσεις έλαβαν χώρα στην Ζυρίχη της Ελβετίας και συνεχίστηκαν στο Λονδίνο, οδηγώντας στην υπογραφή της ομώνυμης συνθήκης (Ζυρίχης-Λονδίνου) το 1959. Η συνθήκη Ζυρίχης-Λονδίνου (την οποία υπέγραψε ο «εθνάρχης» Καραμανλής ως πρωθυπουργός της Ελλάδος και ο Αβέρωφ ως υπουργός των εξωτερικών) δυστυχώς υπήρξε ουσιαστικά μία προδοσία για το έως τότε πολυπόθητο, για κάθε Έλληνα πατριώτη, όραμα της «ενώσεως» της Κύπρου με την μητέρα-Ελλάδα, ιδέα για την οποία αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση ο Γρίβας και τα παλικάρια του. Απετέλεσε δε την ιδρυτική πράξη της «Κυπριακής Δημοκρατίας», ήτοι της ανακηρύξεως της Κύπρου ως ανεξαρτήτου κράτους με κοινή ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή διοίκηση (οι τουρκοκύπριοι την υπενόμευσαν εξ αρχής, εν συνεχεία την κατήγγειλαν και απεχώρησαν τρία χρόνια αργότερα), θέτοντας παραλλήλως τις βάσεις για την μετέπειτα τουρκική ανάμιξη και την στρατιωτική εισβολή, καίτοι η παρουσία των τουρκοκυπρίων (πιθανότατα πληθυσμοί εξισλαμισμένων Κυπρίων) έως τότε ήταν εξαιρετικώς ισχνή ως ποσοστό και λόγω αυτού δεν εδικαιολογείτο η ετεροβαρώς αναβαθμισμένη συμπερίληψη των τουρκικών συμφερόντων στην συνθήκη. Η βρετανική αποικιακή κυριαρχία μπορεί να καταργήθηκε, η Βρετανία διετήρησε όμως, δια των δύο τεραστίων στρατιωτικών βάσεων που κατοχύρωσε, την παρουσία της στην νευραλγικής σημασία για τον έλεγχο της ανατολικής Μεσογείου, μεγαλόνησο, το χειρότερο όμως ήταν ότι διά της ολεθρίας εκείνης συνθήκης, εισήλθε επισήμως και δυναμικώς στο παιχνίδι, και μάλιστα με προνομιακούς όρους, η Τουρκία, η οποία αναγνωρίστηκε (μαζί με την Ελλάδα και την Μ. Βρετανία) ως μία εκ των τριών «εγγυητριών δυνάμεων», ως προστάτιδα της μουσουλμανικής μειοψηφίας και μάλιστα επί ίσοις όροις – στοιχείο που επικαλέστηκε άλλωστε για την πραγματοποίηση της εισβολής το 1974, προκειμένου τάχα να προστατεύσει τους ομοεθνείς της από την ελληνική επέμβαση (την επέμβαση που επεχείρησε το Ελλαδικό στρατιωτικό καθεστώς προκειμένου να απομακρύνει βιαίως από την εξουσία τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, αρχιεπίσκοπο Μακάριο). Το νέο κράτος ήταν εξ αρχής δυσλειτουργικό και θνησιγενές. Η συνθήκη Ζυρίχης-Λονδίνου έθεσε το πλαίσιο για την τουρκική εισβολή του 1974 και την εξ αυτής κατοχή του 37% της νήσου από την Τουρκία, η οποία ίδρυσε έκτοτε το κατοχικό ψευδοκράτος της λεγομένης «Βορείας Κύπρου». Στην εξουσία, στην μεν Ελλάδα βρισκόταν τότε ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης (ο οποίος είχε ανατρέψει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο μετά τα γεγονότα του «Πολυτεχνείου», το 1973) στον δε θώκο της «Κυπριακής Δημοκρατίας» ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο οποίος ενώ είχε ξεκινήσει ως συνεργάτης του Γρίβα και υπέρμαχος της «Ενώσεως», εξελίχθηκε συν τω χρόνω σε «παποκαίσαρα», γοητευμένος ίσως από τα προεδρικά οφίκια, ακολουθώντας επιπλέον φιλοσοβιετική πολιτική (άκρως ενοχλητική για τις ΗΠΑ) και υπονομεύοντας κάθε ενέργεια που θα συνέτεινε στην «Ένωση». Το ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς, θεωρώντας ότι η παρουσία του Μακαρίου στην θέση του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας υπενόμευε τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα και απεμάκρυνε την προοπτική της «Ενώσεως», απεφάσισε την ανατροπή του. Η απόπειρα απέτυχε, ο Μακάριος διέφυγε την σύλληψη, κατάφερε να εγκαταλείψει την Κύπρο και ακολούθως έπραξε το αδιανόητο: από βήματος του Ο.Η.Ε. κάλεσε τις εγγυήτριες δυνάμεις να επέμβουν για να σώσουν την «Κυπριακή Δημοκρατία» από την επέμβαση της Ελλάδος – κατ’ ουσίαν καλούσε την Τουρκία να επέμβει (ή μάλλον παρέσχε τέλειο νομικό άλλοθι-πρόσχημα για την προαποφασισμένη τουρκική εισβολή). Το Ελλαδικό στρατιωτικό καθεστώς, είχε διαβεβαιώσεις από τις ΗΠΑ ότι δεν υπήρχε περίπτωση τουρκικής εισβολής, δίνοντας εμμέσως το «πράσινο φως» για την ανατροπή του Μακαρίου. Ο αφελής Ιωαννίδης έπεσε στην παγίδα του πανούργου υπουργού εξωτερικών των ΗΠΑ, αμερικανοεβραίου Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος πέτυχε «με ένα σμπάρο πολλά τρυγόνια». Βοήθησε αφενός την πραγματοποίηση της τουρκικής εισβολή που εξυπηρετούσε άριστα τους αμερικανικούς γεωπολιτικούς σχεδιασμούς, αποτρέποντας την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα (την οποία κατ’ ουσίαν επεχείρησε διά του εγχειρήματος ανατροπής του Μακαρίου το στρατιωτικό καθεστώς Ιωαννίδη), αποδυνάμωσε τον φιλοσοβιετικό Μακάριο και παράλληλα οδήγησε στην πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος στην Ελλάδα και την έλευση της …δημοκρατίας. (Παρά τα όσα ανακυκλώνει η μεταπολιτευτική κοινοβουλευτική προπαγάνδα, όπως φαίνεται και από πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις αμερικανικών παρεμβάσεων, οι ΗΠΑ προτιμούν σταθερώς την επιβολή των, πολύ ευκολότερα χειραγωγούμενών τους, κοινοβουλευτικών δημοκρατιών σε σύγκριση με προσωποπαγείς δικτατορίες που έχουν ή δείχνουν ότι έχουν εθνικό προσανατολισμό). Το αξιοσημείωτο είναι (όπως έχουμε τονίσει και σε παλαιότερες αναφορές μας σχετικά με τα γεγονότα αυτά) ότι κατά την διάρκεια της πρώτης φάσεως της τουρκικής εισβολής (Αττίλας Ι) οι ελληνικές δυνάμεις πολεμούσαν γενναία, αντιτάσσοντας σθεναρή άμυνα, παρά την ΠΡΟΔΟΣΙΑ των επιτελών τους ελληνικού στρατού οι οποίοι, καθώς φαίνεται, δεν εξετέλεσαν τις εντολές της ηγεσίας τους για χρήση των (συντριπτικώς υπερτέρων, τεχνολογικώς) μαχητικών αεροσκαφών και υποβρυχίων που διέθεταν τότε οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, που είναι βέβαιον ότι μπορούσαν να βυθίσουν τον τουρκικό αποβατικό στόλο εάν είχαν χρησιμοποιηθεί. Υπακούοντας προφανώς σε αμερικανικές εντολές οι επιτελείς του ναυτικού και της αεροπορίας (Μπονάνος και Αραπάκης) αδράνησαν την κρίσιμη στιγμή, γι’ αυτό και προφανώς δεν εδιώχθησαν μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, πράγμα που εκ πρώτης όψεως φαντάζει όλως παράδοξο, εξηγείται όμως αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι η «ασυλία» τους ήταν ένα είδος ανταποδόσεως στις υπηρεσίες που είχαν παράσχει, συμβάλλοντας καθοριστικώς, διά της προδοσίας, στην αποκατάστασή της δημοκρατίας… Ωστόσο, οι τουρκικές αποβατικές δυνάμεις δεν κατάφεραν με την αρχική επίθεση να εξασφαλίσουν παρά μόνον ένα μικρό προγεφύρωμα της τάξεως του 3% του εδάφους, χωρίς να καταφέρνουν να προχωρήσουν περισσότερο. Χρειάστηκε να επιχειρήσουν δευτέρα αποβατική φάση (Αττίλας ΙΙ), όταν οι στρατιωτικοί είχαν πλέον παραδώσει την εξουσία στον …άρτι αφιχθέντα εκ Παρισίων (ως σωτήρα) Καραμαν-αλή, ο οποίος ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας μετά την πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος, για να αποφασίσει ότι «η Κύπρος είναι μακράν», δικαιολογώντας έτσι την ντροπιαστική εγκατάλειψη της Κύπρου από τα ελληνικά στρατεύματα, επιτρέποντας έτσι στους τούρκους να καταλάβουν στην συνέχεια το 37% της μεγαλονήσου!

Ο «φάκελος της Κύπρου». 
Η θεμελίωση του καθεστώτος της μεταπολιτευτικής φαυλοκρατίας στην προδοσία της Κύπρου.

Ολοκληρώθηκε τοιουτοτρόπως (τον Ιούλιο του 1974) και η δευτέρα πράξη της προδοσίας και μάλιστα με τον ίδιο (τον ψευδοεθνάρχη Καραμανλή) ως αυτουργό. Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι λεπτομέρειες αυτών των γεγονότων συμπεριλαμβάνονται στα απόρρητα αρχεία τα οποία είναι γνωστά ως «ο φάκελος της Κύπρου» που μένει ερμητικά κλειστός καίτοι έχουν περάσει 43 χρόνια από τότε και ενώ οι θεωρούμενοι ως υπεύθυνοι της κυπριακής τραγωδίας έχουν εγκαταλείψει τα εγκόσμια… Ως υπεύθυνοι στιγματίστηκαν από το μεταπολιτευτικό καθεστώς οι στρατιωτικοί και κατά βάσιν ο Ιωαννίδης. Τι όμως χειρότερο μπορούσε να υποστεί εκείνος, εάν άνοιγε ο φάκελος της Κύπρου, πέρα από τα ισόβια δεσμά που του είχαν ούτως ή άλλως επιβληθεί; (πέθανε ως γνωστόν έγκλειστος). Μάλλον κάποιοι άλλοι είχαν συμφέρον να μείνουν τα στοιχεία κρυφά και αυτοί οι άλλοι προφανώς σχετίζονται με το μεταπολιτευτικό πολιτικό Σύστημα, με προεξάρχοντα τον ψευδοεθνάρχη Καραμανλή, που πούλησε την Κύπρο και θεμελίωσε το καθεστώς της μεταπολιτευτικής φαυλοκρατίας-κλεπτοκρατίας (που οδήγησε τελικώς στην πλήρη εξαχρείωση και την χρεωκοπία των ημερών μας) με γενέθλια πράξη του (του μεταπολιτευτικού καθεστώτος) την ΠΡΟΔΟΤΙΚΗ εγκατάλειψη της Κύπρου στις θηριωδίες των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων και στον ξεριζωμό χιλιάδων ελληνοκυπρίων από τις πατρογονικές τους εστίες στα οποία οδήγησε.

Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή. Η Τουρκία μετέφερε τεράστιο όγκο στρατευμάτων στην βόρεια Κύπρο και εποίκησε το κατεχόμενο τμήμα με στίφη Τούρκων εποίκων από τα βάθη της Ανατολίας προκειμένου να αλλοιώσει δημογραφικώς τους πληθυσμιακούς συσχετισμούς. Η Ελλάς αρκούνταν έκτοτε σε διαβήματα σε διάφορα διεθνή fora, στον ΟΗΕ, στο ΝΑΤΟ, κλπ, ενέργειες που ουδόλως πτοούν την Τουρκία, παρά τις λεκτικές καταδίκες, τα καταδικαστικά εις βάρος της ψηφίσματα και την απομόνωση του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους από μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητος. Οι περισσότεροι Ελληνοκύπριοι σταδιακώς έχασαν την πατριωτική τους φλόγα, παραδομένοι στην διαχείριση μίας οικονομικής ευμάρειας που, ένεκα κυρίως του τουρισμού (σκοπίμως;), επεκράτησε στην Κύπρο, αλλοιώνοντας καθοριστικώς τις συνειδήσεις. Σταδιακώς ατόνησε, αν όχι εξέλιπε, το άλλοτε όραμα της «Ενώσεως», σε μέρος δε των Κυπρίων – ιδίως των αριστερών – καλλιεργήθηκε σταδιακώς ένα είδος «κυπριακής» τεχνητής ταυτότητος, ξέχωρης από την ελληνική εθνική ταυτότητα, διαδόθηκε δε μία αποξένωση, έως και υφέρπουσα αντιπάθεια, προς τους ελλαδίτες ομοεθνείς.

Η νεότερη φάση του κυπριακού. 
Το επικίνδυνο «σχέδιο Ανάν», η απόρριψη και η πρόσφατη νεκρανάστασή του.

Διάφορες πρωτοβουλίες εκ μέρους του Ο.Η.Ε. κινούνταν πάντοτε στην βάση της λεγόμενης «διζωνικής-δικοινοτικής» ομοσπονδίας που ουσιαστικώς νομιμοποιεί και κατοχυρώνει τα τουρκικά τετελεσμένα. Μόλις προ της εντάξεως της Κύπρου στην Ε.Ε. εκδηλώθηκε με πρωτοβουλία του τότε Γ.Γ. του ΟΗΕ Κόφι (Μπ-)Ανάν σχέδιο αρνητικοτάτης «λύσεως», το οποίο απέτρεψε με συντριπτικά απορριπτικό δημοψήφισμα ο κυπριακός Ελληνισμός, παρά τις αξιομνημόνευτες, κατάπτυστες προς την αντίθετη κατεύθυνση, πιέσεις που ήσκησε τότε μεγάλο τμήμα του ελλαδικού πολιτικού κόσμου… Έλαχε να ηγείται τότε της ελληνοκυπριακής πλευράς, ως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ένας αληθινός Έλληνας πατριώτης (και παλαιός αγωνιστής της ΕΟΚΑ), ο αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος, η σθεναρή αντίθεση του οποίου ματαίωσε τους σχεδιασμούς μίας (και τότε) συμφέρουσας για τον τουρκικό παράγοντα, αποπείρας «λύσεως». Είχε πει τότε μία φράση που συμπύκνωνε την αντίθεσή του σε μία «λύση» που θα ήταν η ταφόπλακα του κυπριακού Ελληνισμού: «παρέλαβα κράτος, δεν θα παραδώσω κοινότητα».

Φθάνουμε λοιπόν στο σήμερα, οπότε παρατηρείται εκ νέου μεγάλη κινητικότης σε σχέση με την «επίλυση» τάχα του κυπριακού ζητήματος, με αποκορύφωμα τις πολυμερείς συνομιλίες (Ελλάδος, Τουρκίας, Κύπρου, Μ.Βρετανίας, Ε.Ε., κλπ) που διεξήχθησαν τις τελευταίες ημέρες στην Γενεύη της Ελβετίας. (Οι ελβετικές πόλεις κατά παράδοση φιλοξενούν διεθνείς διπλωματικές συνομιλίες και διαπραγματεύσεις και αποτελούν τόπους υπογραφής διεθνών συμφωνιών και συνθηκών.) Ο νυν («δεξιός») πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Ν. Αναστασιάδης, του οποίου ακόμα και η νηφαλιότης έχει εντόνως αμφισβητηθεί (καθότι πολλές πληροφορίες αναφέρουν ότι είναι εξαρτημένος από το αλκοόλ) υπήρξε, παλαιόθεν, θερμός «ανανιστής» (δεδηλωμένος υποστηρικτής του «σχεδίου Ανάν»), πράγμα που σημαίνει ότι οι προθέσεις του είναι άκρως επικίνδυνες. Ο ρόλος και η στάση δημιουργούν έντονη ανησυχία και απογοήτευση!

Η δέουσα εθνική στάσις.

Η ανακίνηση του «Κυπριακού» για βεβιασμένη επίλυση επί της βάσεως μίας παραλλαγής του ανθελληνικού σχεδίου Ανάν και μάλιστα στην παρούσα συγκυρία, οπότε η Ελλάς βρίσκεται απελπιστικώς αποδυναμωμένη (οικονομικώς, στρατιωτικώς, πολιτικώς και διπλωματικώς), μόνο δεινά μπορεί να επιφέρει στον Ελληνισμό. Αποτελεί λαμπρή ευκαιρία – πραγματικό λαχείο -μόνον για τον Ερντογάν, του οποίου τα μεγαλεπήβολα σχέδια για αναβίωση της πάλαι ποτέ οθωμανικής αυτοκρατορίας, με τον ίδιο στην θέση του σουλτάνου, δεν έχουν εκλείψει, παρά τις αλλεπάλληλες αποτυχίες της επεκτατικής πολιτικής του στην μέση Ανατολή, όπου προσπάθησε ανεπιτυχώς να εμπλακεί στις συγκρούσεις του ιρακινού και του συριακού εμφυλίου (υποστηρίζοντας συγκεκαλυμμένα τους τζιχαντιστές του Daesh) και επιδιώκοντας την ανατροπή του Άσαντ και την κατάληψη συριακών εδαφών με παράλληλη εξολόθρευση των Κούρδων. Έχοντας υποστεί και ένα στρατιωτικό πραξικόπημα από το οποίο μετά βίας διεσώθη και εβρισκόμενος μπροστά στην διαχείριση ενός εντεινομένου χάους στο εσωτερικό της Τουρκίας, το οποίο ο ίδιος εν πολλοίς δημιούργησε με τον διχασμό της τουρκικής κοινωνίας λόγω των εκτεταμένων διώξεων εναντίον πλήθους στρατιωτικών και εν γένει δημοσίων υπαλλήλων (φερομένων ως συμπαθούντων του εις βάρος του πραξικοπήματος) και των συνεχών τρομοκρατικών επιθέσεων εκ μέρους φανατικών ισλαμιστών (που και αυτοί νιώθουν προδομένοι από την πολιτική του) αλλά και Κούρδων (που ουσιαστικά διεξάγουν αυτονομιστικό ανταρτοπόλεμο στα νοτιοανατολικά της χώρας), της κατακρήμνισης του τουρκικού νομίσματος (και συνολικώς της μέχρι πρότινος αναπτυσσομένης τουρκικής οικονομίας) λόγω της καταρρεύσεως του τουρισμού (και όχι μόνο), η νεκρανάσταση του σχεδίου Ανάν, μόνο ως ανέλπιστο δώρο στον Ερντογάν μπορεί να θεωρηθεί, αφού θα επέτρεπε στην Τουρκία να ελέγξει εμμέσως, διά της συμμετοχής των τουρκοκυπρίων (και των εποίκων) στην διοίκηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, και το υπόλοιπο του νησιού, θα παρείχε επίσης στην Τουρκία ένα είδος νομιμοποιήσεως της εισβολής, ενώ η Ελλάς θα έχανε το τελευταίο σημείο δυνατότητος ασκήσεως γεωπολιτικής επιρροής της στα τεκταινόμενα της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου και στον χώρο της εγγύς Ανατολής, αφού, εάν ένα τέτοιο σχέδιο είχε τελεσφορήσει αυτό θα οδηγούσε στην απόσυρση των ελληνικών στρατευμάτων και τον οριστικό ενταφιασμό του δόγματος του ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδος-Κύπρου.

Η διά των όπλων εκδίωξις των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής είναι η μόνη εθνικώς αποδεκτή λύσις του κυπριακού ζητήματος. Εάν δεν έχει η Ελλάς, προς το παρόν, την δύναμη να πράξει κάτι τέτοιο (και προφανώς, ρεαλιστικώς κρίνοντάς τα πράγματα, δεν πρόκειται να αποκτήσει τέτοια δύναμη όσο την εξουσία ασκούν και την εξωτερική και αμυντική πολιτική χαράσσουν, οι πολιτικοί επίγονοι των αυτουργών της προδοσίας του 1974!), όπως έχουν έλθει τα πράγματα, είναι χίλιες φορές προτιμότερη η παράταση της υπαρχούσης καταστάσεως, ήτοι της de facto διχοτομήσεως, που τουλάχιστον δύναται να διασφαλίσει την διατήρηση του παρόντος ελέγχου έστω του 70% της νήσου από τους Ελληνοκυπρίους, στοιχείο που, εφόσον μάλιστα ενταθεί η στρατιωτική, πολιτική και ενεργειακή συνεργασία Ελλάδος-Κύπρου, με την αναζήτηση και των καταλλήλων συμμαχιών και συνεργασιών (πιθανώς π.χ. με Ρωσία, Συρία, Αίγυπτο) δίνει σημαντικά γεωοικονομικά και γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα και στην κυρίως Ελλάδα και στον κυπριακό Ελληνισμό, σε αντίθεση με την ολική καταστροφή που συνεπάγεται ενδεχόμενη αμαχητί παράδοση και του υπολοίπου τμήματος της Κύπρου, βορά στον νεο-οθωμανικό επεκτατισμό, που διά της ενδεχόμενης συμμετοχής του στην διοίκηση μίας «διζωνικής-δικοινοτικής» ομοσπονδίας, λόγω και της συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας στους πολιτικούς θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, θα παρέσχε στην Τουρκία την δυνατότητα παρεμβάσεων στα ευρωπαϊκά πράγματα «από το παράθυρο», πράγμα καταστροφικό όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά γενικώς για την Ευρώπη!

Δεν είναι τυχαίο ότι δεν υπάρχει ούτε ένας σοβαρός Έλληνας αναλυτής διεθνοπολιτικών ζητημάτων (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων σεσημασμένων εθνομηδενιστών) ο οποίος να μην έχει εκφράσει τις τελευταίες ημέρες την πλήρη και απερίφραστη αντίθεσή του σε οποιαδήποτε παραλλαγή «λύσεως» του κυπριακού με τα χαρακτηριστικά της παραλλαγής του σχεδίου Ανάν, όπως δηλαδή κατ’ ουσίαν συμβαίνει με το σχέδιο που αυτές τις ημέρες τίθεται υπό διαπραγμάτευση.

Η πολιτική του Ελληνισμού επί του κυπριακού ζητήματος θα πρέπει να ειδωθεί σε συνάρτηση με την εν γένει επιθετική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας και τον ανοιχτά διακηρυγμένο επεκτατισμό της, ο οποίος εκδηλώνεται με παράλληλες ενέργειές της σε πολλά μέτωπα:

1. Αιγαίο: Συστηματικές αεροναυτικές παραβιάσεις, εκ μέρους τουρκικών πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών, των ελληνικών χωρικών υδάτων και του ελληνικού εθνικού εναερίου χώρου, αναθεωρητισμός και ευθεία αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων επί των νήσων και νησίδων του ανατολικού Αιγαίου (όπως κατοχυρώνονται από τις διεθνείς συνθήκες) – πολιτική των «γκρίζων ζωνών», σκόπιμη προώθηση μουσουλμάνων λαθροεποίκων για την δημιουργία de facto μουσουλμανικής μειονότητος της οποίας σε δεύτερο χρόνο η Τουρκία θα εμφανιστεί «προστάτης».

2. Δ. Θράκη: Χρησιμοποίηση, εκ μέρους της Τουρκίας, της (τουρκοποιημένης με ευθύνη σειράς προδοτικών ελλαδικών κυβερνήσεων) μουσουλμανικής μειονότητος της Δ. Θράκης με πιθανή πρόκληση προβοκάτσιας, αφ’ ής στιγμής δημογραφικώς τείνει να καταστεί πλειοψηφική αριθμητικώς στους νομούς Ροδόπης – Ξάνθης (είναι ενδεικτικό της δραματικής καταστάσεως ότι στον νομό Ροδόπης εξελέγησαν μόνον μουσουλμάνοι υποψήφιοι κατά τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές!) και με συστηματική πολιτική (διά των πρακτόρων του τουρκικού προξενείου Κομοτηνής), εκπαιδευτική (διά της χορηγήσεως κινήτρων για σπουδές μουσουλμανοπαίδων της Δ.Θράκης σε τουρκικά πανεπιστήμια) και οικονομική (διά της χορηγήσεως δανείων και της πραγματοποιήσεως επενδύσεων από τουρκικές τράπεζες).

3. Βαλκάνια: Σταδιακό κτίσιμο εκ μέρους της Τουρκίας ενός απειλητικού στρατιωτικού-διπλωματικού-οικονομικού τόξου στα βόρεια Βαλκάνια που περισφίγγει την Ελλάδα: (α) διείσδυση στα πολιτικά πράγματα της Βουλγαρίας με το τουρκικό κόμμα να καθίσταται ρυθμιστικός παράγοντας στην βουλγαρική πολιτική ζωή (με αναγκαίο ρόλο για τον σχηματισμό κυβερνήσεων), (β) Εμφάνιση-ενίσχυση φιλοτουρκικού (αλβανικού) κόμματος στα Σκόπια και συνεργασία με τους Σκοπιανούς με στόχο την Ελλάδα, (γ) εμφανής συνεργασία (στρατιωτική, διπλωματική και οικονομική) με την Αλβανία και συντονισμός των ενεργειών εις βάρος της Ελλάδος, (γ) ενίσχυση, ποικιλοτρόπως, των μουσουλμανικών πληθυσμών των Βαλκανίων (Βόσνιων μουσουλμάνων, Κοσοβάρων, κλπ).

ΈνωσιςΗ μοίρα του ελληνισμού τον προόριζε ανέκαθεν, από τα βάθη των αιώνων να είναι η ασπίς της Ευρώπης απέναντι στην ασιατική βαρβαρότητα, η πρώτη γραμμή αμύνης της Ευρώπης απέναντι στην επιθετικότητα του ισλαμικού μεσανατολισμού. Απαιτείται εκ βάθρων ανάταξη διότι πλέον εμφανίζεται οξύ το ερώτημα της επιβιώσεως ή μη του Ελληνισμού ως ιστορικής ταυτότητος. Οι δημογραφικοί συσχετισμοί είναι συντριπτικοί και αδυσώπητοι. Οι προοπτικές απολύτως εφιαλτικές. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια του χρόνου. Είναι οι τελευταίες ευκαιρίες για την οργάνωση της αντιστάσεως απέναντι στην επερχομένη επέλαση του τουρανικού και μεσανατολικού ασιατισμού που αναβιώνει σε χειρότερη μορφή από το παρελθόν δεδομένης της παρακμής των ευρωπαϊκών εθνών.

Οἱ καιροί οὑ μενετοί !


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου