Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Κόκκινες γραμμές και πράσινα άλογα…

Το συνταξιοδοτικό, το εργασιακό, οι ιδιωτικοποιήσεις και η μη επιβολή νέων φόρων, αποτελούν τις βασικές γραμμές άμυνας που θέτει η Κυβέρνηση στην διαπραγμάτευση με τους δανειστές, κάτι σαν την γραμμή Μαζινό των Γάλλων, που τελικά αποδείχθηκε άχρηστη. Είναι αυτό που αποκαλεί «κόκκινες γραμμές», πίσω από τις οποίες δηλώνει ότι δεν προτίθεται να υποχωρήσει. Ας δούμε όμως πρώτα τι σημαίνει η διαπραγμάτευση για τους δανειστές και τι για την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Για τους δανειστές η διαπραγμάτευση αφορά την εφαρμογή των όρων που έχουν τεθεί στην χώρα για την χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας, μέχρις ότου η Ελλάδα καταφέρει να επανέλθει στις αγορές. Αφορά την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται, ώστε η χώρα μας αντί για ελλείμματα να παράγει πλούτο, εισοδήματα και θέσεις εργασίας. Αφορά την μείωση των κρατικών δαπανών, την αύξηση των εξαγωγών και την υποκατάσταση των εισαγωγών. Αφορά την αύξηση των εσόδων από την φορολόγηση του παραγόμενου πλούτου από τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

Για την κυβέρνηση αντιθέτως η διαπραγμάτευση αφορά την συνέχιση της χρηματοδότησης της χώρας, αλλά χωρίς την υλοποίηση των όρων και των μεταρρυθμίσεων του μνημονίου , διότι θεωρεί ότι η κρίση είναι αποτέλεσμα του μνημονίου, που μας το επέβαλλαν οι ευρωπαίοι εταίροι μας για να «υποτάξουν την Ελλάδα οικονομικά, να μας μετατρέψουν σε αποικία χρέους» ή ακόμη και να ανατρέψουν την «αριστερή» κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως συχνά αναφέρουν. Αφορά την συμμόρφωση στη «νωπή εντολή του λαού» που ενέκρινε τον «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», ενώ το ενδεχόμενο χρεωκοπίας της χώρας προβάλλεται ως «απειλή» προς τους δανειστές, την Ευρώπη και το ευρώ. Αφορά μια παράλληλη διαπραγμάτευση με τις κομμουνιστογενείς συνιστώσες του ΣΙΡΙΖΑ, τους υποστηρικτές της ρήξης και της δραχμής, τους οπαδούς του κρατισμού, τους εχθρούς της επιχειρηματικότητας, τους αντιευρωπαϊστές και τους εθνολαϊκιστές των ΑΝΕΛ.

Για κάθε νουνεχή και λογικό άνθρωπο και για όλο το πολιτικό σύστημα, θα έπρεπε το ενδεχόμενο πτώχευσης της χώρας μας και η επιστροφή στη δραχμή, να αποτελεί την μοναδική «κόκκινη γραμμή». Για την Κυβέρνηση αυτό που έχει σημασία είναι η άρνηση «υποταγής στους τοκογλύφους που θα πάει την Αριστερά πενήντα χρόνια πίσω». Ας μη γελιόμαστε, το συμφέρον του κόμματος και όχι το συμφέρον της χώρας πρυτανεύει στη διαπραγμάτευση και χαράσσει τις «κόκκινες γραμμές».

Τι σημαίνει όμως η «κόκκινη γραμμή» στο ασφαλιστικό, δηλαδή η άρνηση των ριζικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται ώστε να μειωθεί η τεράστια κρατική χρηματοδότηση των ελλειμμάτων που έφθασε το 2012 τα 15 δις ετησίως; Ποιος θα μας δώσει τα χρήματα αυτά, για να συνεχίσουν να παίρνουν οι Έλληνες αμείωτη την σύνταξή τους από τα σαράντα πέντε; Η λύση θα είναι βέβαια να τα πληρώσει ο κρατικός προϋπολογισμός , δηλαδή οι Έλληνες φορολογούμενοι, είτε με άμεσους είτε με έμμεσους φόρους . Με ένα απλό υπολογισμό συμπεραίνουμε ότι την «σκληρή διαπραγμάτευση» της ηρωικής μας Κυβέρνησης θα την πληρώσουν οι ελληνικές οικογένειες από την τσέπη τους, με 500 ευρώ μηνιαίως, κατά μέσο όρο, χωρίς να υπολογίσουμε τα άλλα τόσα περίπου για τις δικές τους συντάξεις.

Πάμε στην «κόκκινη γραμμή» του εργασιακού, που αφορά την εκλογίκευση και τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας . Η κυβέρνηση δηλώνει σε όλους τους τόνους ότι δεν πρόκειται να κάνει ούτε βήμα πίσω στις ομαδικές απολύσεις, θα επαναφέρει τον ελάχιστο μισθό στον ιδιωτικό τομέα στα 751 ευρώ και θα καταργήσει τις ρυθμίσεις που είχαν σκοπό να κάνουν πιο ευέλικτη την αγορά εργασίας, με στόχο την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων, την αύξηση των εξαγωγών, την καταπολέμηση της «μαύρης» εργασίας και την μείωση της ανεργίας. Όταν όμως έχεις 1.300.000 ανέργους, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων, απώλεια ασφαλιστικών εισφορών και κατακόρυφη πτώση της εσωτερικής κατανάλωσης, θα πρέπει να λάβεις επείγοντα μέτρα για να προσελκύσεις επενδύσεις που θα προσλάβουν εργαζόμενους και να δώσεις κίνητρα ώστε να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν το προσωπικό τους οι υπάρχουσες επιχειρήσεις. Οι δογματικές αγκυλώσεις και οι βολονταρισμοί δεν μπορούν να υποχρεώσουν κανένα επιχειρηματία να λειτουργεί με ζημίες για μεγάλο χρονικό διάστημα, ούτε είναι θεμιτό να νοιάζεσαι μόνο για τις απολαβές όσων εργάζονται, αδιαφορώντας για τους άνεργους που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Αν θέλουμε να εξασφαλίσουμε για το άμεσο μέλλον ικανοποιητικές αμοιβές για το σύνολο των εργαζομένων, αυτό θα γίνει μόνο μέσα από την ανάπτυξη και την προσφορά πολλών θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι και ιδιαίτερα οι κατηρτισμένοι και οι παραγωγικοί, να έχουν απολαβές πολύ μεγαλύτερες του κατώτατου μισθού.

Η «κόκκινη γραμμή» των ιδιωτικοποιήσεων φαίνεται πως έχει ήδη ξεθωριάσει, όσο και αν ο αρμόδιος υπουργός Παναγιώτης Λαφαζάνης ομιλεί για «ξεπούλημα» της εθνικής περιουσίας. Η εθνική περιουσία και ο εθνικός πλούτος αποφέρουν εισόδημα στο κράτος και θέσεις εργασίας, μόνο αν αξιοποιηθούν από τους ιδιώτες. H τιμή παραχώρησης της δημόσιας περιουσίας έχει βέβαια σημασία, αλλά το πρωτεύον είναι το σχέδιο εκμετάλλευσης που θα παρουσιάσει ο επενδυτής, αρκεί φυσικά να τηρηθούν οι κανόνες διαφάνειας και αξιολόγησης της επένδυσης.

Τέλος η «κόκκινη γραμμή» των νέων φόρων και της διατήρησης του ευνοϊκού καθεστώτος στα νησιά δεν υπάρχει πλέον, ενώ οι αυξήσεις των συντελεστών του ΦΠΑ για την είσπραξη των 1,8 δις για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού των τελευταίων μηνών, έχουν ήδη δρομολογηθεί.

Μετά από αυτά δεν είναι δύσκολο να συμπεράνει κάποιος ότι οι «κόκκινες γραμμές» της διαπραγμάτευσης που θέτει η Κυβέρνηση δεν είναι τίποτε άλλο από «πράσινα άλογα» που παρουσιάζουν στον λαό ως «ηρωική αντίσταση» στα σχέδια των «νεοφιλελεύθερων ευρωπαίων». Θα πρέπει όμως κάποτε και η αντιπολίτευση να εξηγήσει ότι οι «κόκκινες» γραμμές της Κυβέρνησης απλά «χαϊδεύουν» τα αυτιά των πολιτών, ενώ στην ουσία υπονομεύουν το εισόδημά τους και το μέλλον της χώρας μας. Και ότι σύντομα θα το διαπιστώσουν, μετά την κατάρρευση της «ηρωικής» διαπραγμάτευσης και την υπογραφή του νέου μνημονίου για τα επόμενα δύο χρόνια, που θα σημάνει και το τέλος του διαχωρισμού των Ελλήνων σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, αλλά και το τέλος, ελπίζω, του πολιτικού μας παραλογισμού, που αγγίζει τα όρια της σχιζοφρένειας…

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου