Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Η διαπραγμάτευση-κοροϊδία και οι συνέπειές της

Για να κερδίσει χρόνο ο ΣΥΡΙΖΑ έως ότου εδραιωθεί στην εξουσία, η Ελλάδα χάνει σε πολύτιμους πόρους που θα τής επέτρεπαν το 2016 να βγει στις αγορές.

Ακόμα χειρότερα, το σύνολο σχεδόν του ελληνικού ελλείμματος οφειλόταν σε δημοσιονομική κραιπάλη, ενώ τα ελλείμματα των άλλων χωρών που βρέθηκαν στην ίδια κατάσταση οφείλονταν στην στήριξη που οι κυβερνήσεις τους έπρεπε να παράσχουν στις τράπεζές τους –που έφεραν και τεράστιο μερίδιο ευθύνης για την διεθνή χρηματοοικονομική κρίση. Αντίθετα, σε εμάς, η δημοσιονομική κρίση έφερε την κατάρρευση των τραπεζών, που ήταν φορτωμένες με κρατικά ομόλογα των οποίων η αξία μηδενίστηκε. Αυτή την διαφορά οφείλουμε να κρατήσουμε στον νου, επειδή ξεκλειδώνει πολλά στην κατανόηση του δικού μας προβλήματος. 

Υπό τις συνθήκες αυτές, ποιος ήταν ο στόχος της στήριξης που οργανώθηκε με την μορφή συνεργασίας των γνωστών τριών θεσμών (ΕΚΤ, ΔΝΤ και Eurogroup); Στόχος ήταν να αποφευχθεί η άτακτη χρεοκοπία της Ελλάδος και να διευκολυνθεί η χώρα, μέσα σε λογικό χρονικό διάστημα, να προσαρμόσει τα δημοσιονομικά και τις επιπτώσεις τους με το πραγματικό μέγεθος της εθνικής παραγωγής της. Με λίγα λόγια, στόχος ήταν η ελεγχόμενη εσωτερική υποτίμηση μέχρι το επίπεδο που τα δημόσια οικονομικά θα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς εξωτερικό δανεισμό.

Κλειδί του εγχειρήματος αυτού ήταν η αποκατάσταση ισοσκελισμένου δημόσιου προϋπολογισμού, με την τμηματική αφαίρεση 36 δισ. ευρώ ετησίως από την κρατική δαπάνη (μηδενισμός του ελλείμματος) και την δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων που θα επέτρεπαν ομαλή εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Η επίτευξη ενός τέτοιου στόχου συνεπάγεται «εσωτερική υποτίμηση». Η εσωτερική υποτίμηση είναι η μείωση του εθνικού εισοδήματος και των εξαρτημένων από αυτό μεγεθών, που στην προκειμένη περίπτωση θα ήταν αναπόφευκτη συνέπεια του περιορισμού της δημόσιας δαπάνης κατά το μέτρο της μείωσης του δανεισμού της.

Επομένως, η εσωτερική υποτίμηση ήταν αναπόφευκτη συνέπεια της δημοσιονομικής εξυγίανσης και όχι αιτία της κρίσης. Έπρεπε να προσαρμοστεί το εθνικό εισόδημα στις δυνατότητες της δημοσιονομικής διαχείρισης, δηλαδή στον βαθμιαίο μηδενισμό του δημόσιου δανεισμού. Οι εταίροι προσέφεραν την δυνατότητα ώστε αυτή η προσαρμογή να γίνει με την δική τους δανειακή στήριξη, μεταφέροντας το άμεσο κόστος της προσαρμογής που θα γινόταν αλλιώς με την χρεοκοπία, σε μακροπρόθεσμη βάση –περίπου 57 ετών. Αυτή ήταν η ουσία των μνημονίων που ο ΣΥΡΙΖΑ μεν δαιμονοποιεί, οι δε υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, για τους δικούς τους βραχυπρόθεσμους πολιτικούς στόχους, δεν βγαίνουν να εξηγήσουν με παρρησία στον λαό, αναφέρει ο καθηγητής κ. Κώστας Σοφούλης και κάθε άλλο παρά απέχει από την πραγματικότητα.

Αν και η Ευρώπη ήταν θεσμικά απροετοίμαστη να υποστεί μία ελληνική χρεοκοπία –την οποία έπρεπε να είχε προβλέψει–, εντούτοις, με την συνδρομή και βοήθεια σε κεφάλαια του ΔΝΤ μπόρεσε να διαχειριστεί με επιτυχία την κατάσταση, έχοντας απέναντί της μία Ελλάδα που ούτε να καταλάβει ήθελε, ούτε αλλαγή επιθυμούσε. Παρόλα αυτά το δικομματικό πολιτικό σύστημα, στο μέτρο που τού επέτρεπαν οι συνθήκες, έπραξε το κατά δύναμιν –χωρίς, όμως, να αποτολμήσει βαθειές τομές. Στο επίπεδο αυτό, ως γνωστόν, δύο είναι οι κατηγορίες των δεσμεύσεων που απαίτησαν οι εταίροι-δανειστές μας και που κατεγράφησαν στα περίφημα μνημόνια. 

Η μία κατηγορία αφορούσε μέτρα δημοσιονομικής εξυγιάνσεως, με παράλληλο εξορθολογισμό του γραφειοκρατικού εξαμβλώματος και άμεσο περιορισμό της συμμετοχής του στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας, που σε ποσοστιαία βάση είναι από τα υψηλότερα στον κόσμο. 

Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τα λεγόμενα διαρθρωτικά μέτρα. Τα μέτρα της κατηγορίας αυτής αφορούν, με την σειρά τους, δύο τομείς: τον δημόσιο και της αγοράς. Αποβλέπουν δε, αφ’ ενός, στην εξαφάνιση των πηγών της δημοσιονομικής εκτροπής και, αφ’ ετέρου, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας –απελευθέρωση της αγοράς συντελεστών, μεταξύ των οποίων και η εργασία, για να επιτευχθεί αύξηση της κινητικότητας των παραγωγικών πόρων, που ως γνωστόν οδηγεί σε νέες επενδύσεις και απορρόφηση της ανεργίας– ώστε και ο ιδιωτικός τομέας να μπορεί να παλέψει αποτελεσματικά με τα δικά του ελλείμματα και κατ’ εξοχήν με το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών.

Η αλήθεια είναι ότι για όλα αυτά τα μέτρα οι εταίροι έθεταν απλώς τους τελικούς στόχους και άφηναν την ελληνική κυβέρνηση να επιλέξει τα μέτρα που εκείνη προτιμούσε. Πρόκειται για την λογική των περιβόητων «ισοδυνάμων». Η πλημμελής προετοιμασία της ελληνικής πλευράς και η διστακτικότητα να αναλάβει το πολιτικό κόστος των δικών της επιλογών αφαίρεσαν βαθμιαία την πρωτοβουλία επιλογής των συγκεκριμένων μέτρων από τα ελληνικά χέρια και την μετατόπιζαν συνεχώς και περισσότερο στους τεχνικούς των τριών θεσμών. Έτσι εξελίχθηκε το παζάρι που ζούμε σήμερα. Η κατάσταση αυτή βόλευε την ελληνική πλευρά, επειδή τής έδινε την ευχέρεια να αποποιείται της ευθύνης για τα επώδυνα μέτρα και να τα ρίχνει στους «σκληρούς δανειστές». Αυτό, με την σειρά του, τροφοδότησε έναν κλιμακούμενο αντιευρωπαϊσμό, μέχρι να φθάσουμε στον σημερινό παροξυσμό όπου η συριζαϊκή κυβέρνηση μιλάει ανοιχτά για συνθήκες «πολέμου». 

Αυτή ίσως είναι η χειρότερη και πιο μακροπρόθεσμη παράπλευρη απώλεια που φόρτωσε το ελληνικό πολιτικό σύστημα η δειλία και η ανεντιμότητα των εκφραστών του –και αναφέρομαι εδώ και στις προηγούμενες κυβερνήσεις.

Μία άλλη αρνητική παράπλευρη απώλεια της όλης πορείας και εφαρμογής των μνημονίων στην χώρα μας, τονίζει εύστοχα ο καθηγητής κ. Κώστας Σοφούλης, είναι, όπως φαίνεται σήμερα, ο σοβαρός κλονισμός της αξιοπιστίας των εταίρων στα μάτια των συμπατριωτών μας, που θεμελιώθηκε στον διαβόητο «λάθος πολλαπλασιαστή» του ΔΝΤ. Υπήρξε πράγματι λάθος υπολογισμός, αλλά αυτό μάλλον ωφέλησε παρά έβλαψε την Ελλάδα. 

Το λάθος συνίστατο στο ότι τα τρέχοντα μακροοικονομικά μοντέλα του ΔΝΤ, βάσει των οποίων επιχειρεί τις προβλέψεις του πάνω στις οποίες θα στηρίξει τις πολιτικές του, αφορούσαν οικονομίες της ανεπτυγμένης Δύσης, στην οποία τυπικά θεωρούσαν ότι ανήκει η Ελλάδα. Ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής στις χώρες αυτές είναι πολύ μικρότερος από εκείνον που διακρίνει τις χώρες με έντονα κρατικιστική λειτουργία, όπως κατ’ εξοχήν ήταν οι χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού αλλά και η προ κρίσεως Ελλάδα. Εκεί έπεσαν έξω οι τεχνικοί του ΔΝΤ. Δεν φρόντισαν να μάθουν εγκαίρως ότι η Ελλάδα, από την άποψη αυτή, ήταν στην ουσία κρατικοσοβιετικό απομεινάρι μέσα στην ΕΕ και όχι οικονομία της ελεύθερης αγοράς, όπως φαινόταν παραπλανητικά.

Το λάθος αυτό βγήκε τελικά μάλλον εις όφελος της δειλής πολιτικής τάξης της χώρας μας, αφού ανάγκασε τους εταίρους να διευρύνουν την πολιτική τους στήριξη για να περιορίσουν την περίοδο προσαρμογής, ενώ αν είχαν προβλέψει την επιτάχυνση της εσωτερικής υποτίμησης θα είχαν εξ αρχής επιμηκύνει την περίοδο κηδεμονίας κατά μερικές δεκαετίες, ή θα ζητούσαν ακόμη πιο επώδυνα μέτρα για να μειώσουν το διάστημα της μεταβατικής περιόδου. Κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να το φέρει στους ώμους του το πολιτικό σύστημα των δειλών αποτροπέων του όποιου πολιτικού κόστους.

Τώρα τα πράγματα προχωρούν με την δική τους δυναμική και προφανώς, αν δεν υπάρξει άτακτη χρεοκοπία, το διάστημα κηδεμονίας θα επιμηκυνθεί όσο χρειαστεί με το νέο μνημόνιο που θα υπογράψει η κυβέρνηση (υπό οποιαδήποτε επωνυμία του newspeak) με το τέλος της τρέχουσας διαπραγμάτευσης. Μία διαπραγμάτευση-κοροϊδία στην ουσία, με πολύ υψηλό κόστος για την οικονομία, η οποία έγινε για να κερδίσει χρόνο ο ΣΥΡΙΖΑ στην προσπάθειά του να εδραιωθεί στην εξουσία.

Από την άλλη πλευρά, η συμπεριφορά της σημερινής κυβέρνησης προσέφερε μία μοναδική ευκαιρία στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να θωρακίσει περαιτέρω την ευρωζώνη και να παρατηρεί πλέον με ηρεμία τον δρόμο που ακολουθεί η Ελλάδα προς την επίσημη πτώχευσή της –και την αναπόφευκτη, ως εκ τούτου, έξοδό της από την ζώνη του ευρώ.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου