Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Όταν ο αυτισμός εκλαμβάνεται ως πολιτική

Εδώ και τέσσερις μήνες παρακολουθούμε μία εντελώς παράλογη και αντιφατική «τακτική» από την ελληνική κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις με τους Θεσμούς αφενός και την ομαλή εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας αφετέρου.

Επιθυμεί πράγματι η κυβέρνηση να καταλήξει σε μια συμφωνία με την τριμερή των δανειστών; Ή μήπως ασκεί διαχείριση μιας επικείμενης σκοπούμενης ρήξης, με στόχευση ένα επικοινωνιακό μπαράζ δηλώσεων αποκλειστικά προς το εσωτερικό της χώρας, προκειμένου να πείσει τους πολίτες ότι από τη δική της πλευρά προσπάθησε μέχρις εκεί που της επέτρεπε η εντολή τους, αλλά οι «κακοί» εταίροι-δανειστές είναι άτεγκτοι και ανυποχώρητοι σε όλα; Ώστε να επιρρίψει τελικά σε εκείνους την ευθύνη της ρήξης.

Πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις και ο παραλογισμός; Μα στην επιλογή της κυβέρνησης να εξυπηρετεί κανονικά τις υποχρεώσεις της χώρας στραγγίζοντας κάθε σταγόνα ρευστότητας στο εσωτερικό, όπου την ανακαλύπτει, την ίδια στιγμή που τα κόμματα που την απαρτίζουν και η κυβέρνηση δεν δείχνουν καμία διάθεση να επιδείξουν ρεαλισμό και να αποστούν από τις μαξιμαλιστικές και ανεδαφικές κόκκινες γραμμές, που έχουν οριοθετήσει με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Συνεπώς εξοφλούν τους δανειστές, ενώ γνωρίζουν πως την ίδια στιγμή με την πολιτική τους τορπιλίζουν εκ των προτέρων οιαδήποτε προοπτική συμφωνίας με τους Θεσμούς.

Κάθε λογικός νούς αντιλαμβάνεται την ασυμβατότητα των κυβερνητικών χειρισμών. Εάν σκοπείς σε συμφωνία, τότε πληρώνεις κανονικά τις υποχρεώσεις σου, αλλά ταυτοχρόνως γνωρίζεις και τα όρια εντός των οποίων πρέπει να κινηθείς, ώστε να καταλήξεις σε συμφωνία. Και οι Θεσμοί δεν έκρυψαν ποτέ ότι όσα λένε τα εννοούν και δεν μπλοφάρουν. Διότι οι Θεσμοί δεν διαπραγματεύονται. Απλά επιδεικνύουν «κατανόηση», για να μην εκθέσουν περαιτέρω την κυβέρνηση. Πολιτική διαπραγμάτευση δεν υφίσταται. Μόνο στις κυβερνητικές προσδοκίες. Εάν πάλι σκοπείς σε ρήξη, τότε προχωρείς εξ αρχής σε στάση πληρωμών απέναντι στους δανειστές, για να μην εξαντλήσεις την όποια εναπομένουσα ρευστότητα εντός της χώρας, αφού κάποια στιγμή θα περιέλθεις ούτως ή άλλως σε αδυναμία να συνεχίσεις να πληρώνεις, χωρίς συμφωνία.

Κι όμως η κυβέρνηση είναι συνεπής προς την λογική της. Σύριζα και ανεξελ, πρωθυπουργός και ΥΠΟΙΚ, κόμματα και κυβέρνηση, πιστεύουν βαθιά ότι επισείοντας την απειλή της χρεοκοπίας κραδαίνουν ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο, το οποίο αντισταθμίζει την έλλειψη οικονομικής και πολιτικής ισχύος της Ελλάδας. Πιστεύουν δηλαδή ότι καθυστερώντας τις διαπραγματεύσεις μέχρι τη στιγμή που οι δανειστές γνωρίζουν ότι παύει αντικειμενικά η δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους, θα τους θέσουν ενώπιον του φόβου μιας χρηματοοικονομικής κρίσης, που θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα, ακόμη και υπαρξιακά, στην ευρωζώνη. Σήμερα, με το «ατύχημα» να είναι προ των πυλών, η πλειονότητα συνεχίζει να ενστερνίζεται την άποψη αυτή, παρότι ουδεμία απόδειξη, ούτε κάν ένδειξη, την υποστηρίζει.

Οι υπολογισμοί τους έχουν στηριχτεί σε λανθασμένες υποθέσεις. Έχουν εγκλωβιστεί σε μία πλάνη. Τσίπρας και Βαρουφάκης θεωρούν (ή μάλλον θεωρούσαν ως πρόσφατα) ότι ένα default της Ελλάδας θα ανάγκαζε την Ευρώπη να απαντήσει στο δίλημμα: αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωζώνη ή αναδίπλωση και προσφορά ελάφρυνσης χρέους και χρηματοδότησης χωρίς όρους. Πρόκειται για το κλασικό «δώστε μας τα χρήματα που χρειαζόμαστε, χωρίς να μας ελέγχετε τι θα τα κάνουμε, διότι διαφορετικά θα … έχετε πρόβλημα εσείς», που με παραπλήσια φρασεολογία διακινούν καθημερινά οι μουλάδες της κυβέρνησης.

Λογαριάζουν όμως χωρίς τον ξενοδόχο. Οι ευρωπαϊκοί Θεσμοί έχουν μια τρίτη επιλογή ως απάντηση σε μια πιθανή ελληνική στάση πληρωμών. Αντί να εξωθήσει την Ελλάδα σε αποχώρηση από τη ζώνη του ευρώ, η ΕΕ θα μπορούσε να «παγιδέψει» την Ελλάδα εντός της νομισματικής ένωσης και μέσω της ΕΚΤ να την αποκόψει από κάθε χρηματοδοτική πηγή. Πρόκειται για το σενάριο της «πτώχευσης εντός ευρώ». Ένα σενάριο που στοιχειώνει τα όνειρα των κυβερνώντων. Οι εταίροι θα παρακολουθούν ανθυπομειδιώντας περιμένοντας να αποδώσει η «πολιορκία». Να ξεμείνει η χώρα από τη ρευστότητα που της χρειάζεται για να χρηματοδοτήσει τις σημερινές καθημερινές κρατικές λειτουργίες.

Η ελληνική κυβέρνηση καλούσε συνεχώς ως αντιπολίτευση τους πολίτες να αθετούν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός καμάρωνε από τηλοψίας ότι δεν πληρώνει ΕΝΦΙΑ για το δικό του σπίτι. Η στάση αυτή και οι προτροπές του σύριζα διαπαιδαγώγησαν μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Και σε συνδυασμό με την συνεχιζόμενη ύφεση έχουν οδηγήσει τα κρατικά έσοδα σε σαφή υποχώρηση από τον Ιανουάριο και μετά. Σε σημείο τέτοιο, ώστε να προαναγγέλλεται πρωτογενές έλλειμμα, εάν δεν υπάρξει αναστροφή. Στη περίπτωση αυτή η στρατηγική Τσίπρα-Βαρουφάκη βρίσκεται κυριολεκτικά μετέωρη. Όλο το σκεπτικό του εκβιασμού τους στηριζόταν στο δεδομένο ότι τα έσοδα θα επαρκούσαν και με το παραπάνω για την ικανοποίηση των εσωτερικών υποχρεώσεων του προϋπολογισμού και για την κάλυψη μέρους των υποσχέσεων τους. Αυτή μπορεί όμως να ήταν μια λογική υπόθεση στις αρχές του χρόνου, όταν το προϋπολογιζόμενο πρωτογενές πλεόνασμα ήταν υψηλό, σήμερα όμως φαντάζει ανεδαφική. Το ισοζύγιο εσόδων – δαπανών είναι ήδη από τον πέμπτο μήνα ελλειμματικό. Η διαπραγματευτική τακτική των συριζανελ είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

Εάν αμέσως μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης είχε επιλεγεί εξ αρχής η στάση πληρωμών προς τους πιστωτές της χώρας, τότε το πρωτογενές πλεόνασμα θεωρητικά θα μπορούσε να ανακατευθυνθεί στη χρηματοδότηση υψηλότερων μισθών, συντάξεων και κρατικών δαπανών. Υπό αυτό το δεδομένο ο Βαρουφάκης ίσως είχε κι ο ίδιος πιστέψει πως έκανε γενναιόδωρη (!!!) προσφορά προς τους ομολόγους του, όταν πρότεινε να αποδεχθούν μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά τρείς ποσοστιαίες μονάδες από το 4% στο 1%.

Τι συμβαίνει όμως όταν το ατού της κυβέρνησης, το πρωτογενές πλεόνασμα που την έκανε να αισθάνεται αγέρωχη και δυνατή, έχει εξαφανιστεί; Σημαίνει πως η απειλή του default δεν συνιστά πια απειλή για τους πιστωτές. Αλλά απειλή για την ίδια την κυβέρνηση. Η οποία όχι μόνο δεν θα είναι σε θέση να εφαρμόσει το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, μα θα πρέπει να αποφασίσει και περικοπές, ώστε οι δαπάνες να ευθυγραμμιστούν με τα έσοδα. Θα υποχρεωθεί δηλαδή να κάνει μόνη της αυτά που διαχρονικά υποδεικνύουν οι Θεσμοί !

Για τις ευρωπαϊκές αρχές η ελληνική χρεοκοπία σήμερα θα αποδειχθεί ελάχιστα προβληματική. Δεν χρειάζεται η ΕΕ να αποτρέψει πια τη χρεοκοπία μας. Ούτε απειλώντας την Ελλάδα με αποπομπή, ούτε υποχρεούμενη να ενδώσει σε κακής ποιότητας εκβιασμούς προκειμένου να αποφύγει δυσμενείς συνέπειες. Αντ’ αυτού μπορεί να βασίζεται στην ίδια την ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να «τιμωρήσει» την άθλια νοοτροπία και συμπεριφορά που επέδειξαν οι Έλληνες. Τσίπρας και Βαρουφάκης αποδείχθηκαν ολίγιστοι. Απέδειξαν ότι δεν διδάχτηκαν τίποτε από το πάθημα της Κύπρου, όταν επιχείρησε να αψηφήσει τις οδηγίες της ΕΕ και να αυτονομηθεί. Η Κυπριακή εμπειρία υπόσχεται τον εξευτελισμό και την ταπείνωση της κυβέρνησης και των υποστηρικτών της. Όλων εκείνων που νιώθουν υπερήφανοι, αξιοπρεπείς και σε εθνική ανάταση, επειδή αντιστέκονται στον εικονικό εχθρό, για να αποφύγουν να σκύψουν στα πραγματικά προβλήματα της χώρας και της οικονομίας.

Η Ελλάδα το αμέσως επόμενο διάστημα θα υποχρεωθεί να κηρύξει στάση πληρωμών. Η ΕΕ θα την αντιμετωπίσει ως περιφερειακή χρεοκοπία εντός ευρώ. Η ΕΚΤ θα σταματήσει τη χρηματοδότηση του εγχώριου πιστωτικού συστήματος μέσω ELA, ελλείψει επαρκών ενεχύρων και αφερεγγυότητας τους. Οι πολιτικοί και νομικοί μηχανισμοί για να αντιμετωπιστεί η ελληνική χρεοκοπία υπάρχουν. Οι ευρωπαϊκές συνθήκες ορίζουν σαφώς ότι η ένταξη στο ευρώ είναι αμετάκλητη και, όποια χώρα αποφασίσει να αποχωρήσει από τη νομισματική ζώνη, συνομολογεί την αποχώρηση της και από την ΕΕ. Αυτό είναι το μήνυμα που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσπαθούν να περάσουν στους πολίτες τους, αλλά και στους διεθνείς επενδυτές.

Εάν η Ελλάδα χρεοκοπήσει, η ΕΕ θα είναι νομικά και πολιτικά δικαιολογημένη να επιμείνει ώστε το ευρώ να παραμείνει το μοναδικό νόμισμα της.
Το ευρωπαϊκό δικαστήριο, στο οποίο θα προσφύγει η Κομισιόν, θα αποφασίσει πως όλα τα εγχώρια χρέη και οι τραπεζικές καταθέσεις οφείλονται σε ευρώ. Συνεπώς η χώρα θα υποχρεωθεί αφενός να προχωρήσει σε χρεοκοπία προς το εσωτερικό της, αφετέρου να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές της, προκειμένου να διευθετηθεί η αποπληρωμή των οφειλομένων προς αυτούς. Το δίκαιο, που διέπει τα διακρατικά δάνεια που λάβαμε από τους εταίρους μας στα πλαίσια του μνημονίου, επιτρέπει ακόμη και κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων της χώρας με αναγκαστική εκτέλεση για την εξόφληση των χρεών.

Η χρεοκοπία εντός της νομισματικής ένωσης δεν θα επιτρέψει στη κυβέρνηση να τηρήσει καμία από τις οικονομικού περιεχομένου υποσχέσεις της. Οι Έλληνες πολίτες-ψηφοφόροι θα υποστούν τις συνέπειες των επιλογών της κυβέρνησης τους. Που οι ίδιοι απαίτησαν. Θα υποστούν τεράστιες στερήσεις. Η πιθανότερη εξέλιξη λοιπόν είναι όχι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, μα η έξοδος του σύριζα από την κυβέρνηση. Η διάδοχη κατάσταση παραμένει ζητούμενο. Αναζητείται. Ομοίως και ο εμπλουτισμός με λογική των καμένων εγκεφάλων της πλειοψηφίας των συνελλήνων.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου