Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Η μάχη για το πελατειακό κράτος

Η περίφημη διαπραγμάτευση με τους εταίρους-δανειστές μας δεν είναι τίποτε περισσότερο από απεγνωσμένη προσπάθεια διάσωσης ενός αντιδραστικού και αντιπαραγωγικού ταξικού πελατειακού κράτους.

Η εξοργιστική αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζει η κυβέρνηση την ανεργία και την άνοδό της συνάδει απόλυτα και με τον προκλητικό κυνισμό που δείχνει απέναντι σε 1.300.000 ανέργους της χώρας. Παράλληλα, οι παραστάσεις υπουργών της κυβέρνησης και του ίδιου του πρωθυπουργού με τις καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών και τους χρυσοδάκτυλους «εργαζόμενους» στην πάλαι ποτέ κρατική τηλεόραση, είναι η πειστικότερη απόδειξη του άκαμπτου ταξικού χαρακτήρα της σημερινής συγκυβέρνησης, και κυρίως του δήθεν αριστερού σκέλους της, που είναι και κυρίαρχο. 

Όλα αυτά, λοιπόν, έφεραν στην μνήμη μας την παρουσίαση ενός βιβλίου του καθηγητή κ. Γρηγόρη Θ. Παπανίκου από τον καθηγητή κ. Θάνο Σκούρα πέρυσι τον Μάιο στο Αθηναϊκό Ινστιτούτο Εκπαίδευσης και Έρευνας.

Με τίτλο «Η οικονομική κρίση της Ελλάδας: μια ταξική ανάλυση υπέρ των μνημονίων», το βιβλίο αυτό είναι σήμερα εξαιρετικά επίκαιρο. Και είναι επίκαιρο διότι η σημερινή ελληνική κυβέρνηση που ασκεί την εξουσία είναι η πιο ταξική που θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει. Πέντε μήνες τώρα, ο κ. Αλέξης Τσίπρας και οι κυβερνητικοί εταίροι του μάς λένε ότι διαπραγματεύονται «σκληρά» με τους θεσμούς, αλλά ο απλός πολίτης μάλλον δεν γνωρίζει τίποτε περί του πραγματικού αντικειμένου αυτής της διαπραγματεύσεως. Γι αυτό, σκόπιμον είναι να βάλουμε κάποια πράγματα στην θέση τους.

Πριν απ’ όλα, θα πρέπει να τονίσουμε με έμφαση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήλθε στην εξουσία για να αποτελέσει παρένθεση. Χρησιμοποίησε όλα τα μέσα που «άγιαζε» ο σκοπός για να καταλάβει την εξουσία και να παραμείνει σε αυτήν –ενδεχομένως δε για πολύ καιρό. Έτσι, στην πεντάμηνη θητεία της, η κυβέρνηση στην ουσία διαπραγματεύεται «κέρδος χρόνου» για να μπορέσει να τοποθετήσει συγγενείς, φίλους, ημέτερους και άλλους τινες στις διάφορες αρθρώσεις της εξουσίας, υπό συνθήκες αδιαφάνειας. Εξ ου και η κατάργηση του θεσμού της Διαφάνειας, πράξη για την οποία ελάχιστος λόγος έγινε.

Στην συνέχεια, και με δεδομένη την δραματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται για την ανάπτυξή της αλλά για την ενίσχυση του κρατισμού –που είναι και ο βασικός οικονομικός μοχλός της πολιτικής της εξουσίας. Στο επίπεδο αυτό, λοιπόν, η κυβέρνηση, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων της υποχρεώσεις, δεσμεύσεις και προσανατολισμό της χώρας, είναι έτοιμη να συμπράξει με Κινέζους, Ρώσους και άλλους προκειμένου να πάρει δάνεια 15-20 δισ. ευρώ, εκχωρώντας δημόσια περιουσία.

Το πρόβλημά της, όμως, είναι ότι δεν την πολυεμπιστεύονται οι διάφοροι συνομιλητές της –οι οποίοι, βεβαίως, έχουν γεωπολιτικές θεωρήσεις και στοχεύσεις πολύ πιο επεξεργασμένες από τις κοντόθωρες και υπεραπλουστευτικές βλέψεις μιας συγκυβερνήσεως χρεοκοπημένης χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Υπό αυτές τις συνθήκες, όσο «γην και ύδωρ» δώσει η παρούσα κυβέρνηση σε χώρες που ανταγωνίζονται την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Δύση γενικότερα, είναι πολύ δύσκολο να τις πιέσει να έλθουν σε ρήξη με την πρώτη εμπορική δύναμη στον κόσμο. 

Συνεπώς, ο πρωθυπουργός και οι περί αυτόν σύμβουλοί του παίζουν κυριολεκτικά με την φωτιά –που έχει την ιδιότητα να καίει όσους δεν προσέχουν.

Και ενώ όλα αυτά επισυμβαίνουν στο παρασκήνιο, η ιδιωτική οικονομία καταρρέει. Οι άνεργοι του ιδιωτικού τομέα αυξάνονται, οι επιχειρήσεις που ακόμα λειτουργούν πληρώνουν το προσωπικό τους με κατά μέσον όρο 4 μήνες καθυστέρηση, οι εισαγωγείς πρέπει να προπληρώνουν τα προϊόντα που εισάγουν, η αβεβαιότητα έχει ρίξει το τουριστικό ρεύμα πάνω από 20%, οι κρατικοδίαιτοι φορείς και επιχειρήσεις έχουν απλήρωτους προμηθευτές πάνω από 15 μήνες, κοινοτικά προγράμματα έχουν παγώσει λόγω ελλείψεως ρευστότητας και ο ταξικός χαρακτήρας της ελληνικής κοινωνίας εντείνεται.

Τα παρασιτικά κοινωνικά στρώματα που τρέφονται από το κράτος και που έφεραν τους κ.κ. Τσίπρα και Καμμένο στην εξουσία, αποχωρώντας από τα δύο μεγάλα παραδοσιακά κόμματα, είναι αυτά που στην διάρκεια της κρίσεως υπέστησαν τις λιγότερες ζημιές. Αντίθετα, στην περίοδο της κρίσεως οι οικονομικές απολαβές των στρωμάτων αυτών –που κατά τους Γρηγόρη Παπανίκο και Θάνο Σκούρα αντιπροσωπεύουν το 40% των εργαζομένων στην Ελλάδα– αποστερούν σημαντικούς οικονομικούς πόρους από τα μη κρατικοδίαιτα, και άρα λιγότερο προνομιούχα, κοινωνικά στρώματα και ως εκ τούτου τα οδηγούν στην εξαθλίωση.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η περίφημη διαπραγμάτευση της σημερινής κυβερνήσεως έχει σκληρό ταξικό χαρακτήρα. Ο πρωθυπουργός δεν διαπραγματεύεται την σωτηρία και την ανάπτυξη της χώρας μέσω του υγιούς ιδιωτικού τομέα, αλλά την ενίσχυση του κρατισμού, που θα τού εξασφαλίσει παραμονή στην εξουσία. Διαπραγματεύεται, δηλαδή, την διαιώνιση μίας καταστάσεως που είναι η αιτία της κρίσεως και που τα μνημόνια στόχο είχαν και έχουν την άρση της.

Συνεπώς, το πρόβλημα του κ. Τσίπρα δεν είναι οι διάφορες δήθεν προοδευτικές συνιστώσες του κόμματός του, αλλά οι κρατικοδίαιτες δυνάμεις που τον έφεραν στην εξουσία και οι οποίες, για να παραμείνουν σε αυτήν, θα πρέπει να κάνουν μνημονιακές παραχωρήσεις.

Το ερώτημα έτσι που τίθεται είναι αυτό του βαθμού παραχωρήσεων που θέλει να κάνει η παρασιτική Ελλάδα της οπισθοδρομήσεως, απέναντι στην άλλη, πραγματικά προοδευτική Ελλάδα που σήμερα πνίγεται. Με πιο απλά λόγια, το μέλλον της χώρας εξαρτάται από το κατά πόσον η συγκυβέρνηση θα δεχθεί να βάλει νερό στο κρασί του πελατειακού κράτους, αφ’ ενός, για να αποφύγει την επίσημη πτώχευσή του και, αφ’ ετέρου, για να διατηρήσει κάποια από τα προνόμιά του.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου