Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Γελοιογραφίες – χωρίς λόγια

Πάντοτε έτρεφα μεγάλο και ειλικρινή θαυμασμό στους σκιτσογράφους (ή γελοιογράφους), τους ταλαντούχους καλλιτέχνες που διανθίζουν με τα σκωπτικά σκίτσα τους τις ειδήσεις και τις αναλύσεις των εφημερίδων. Ο θαυμασμός μου μεγαλώνει όταν αναλογισθώ ότι είναι υποχρεωμένοι – επαγγελματικώς – να φαντασθούν κάτι ευρηματικό, πρωτότυπο και διασκεδαστικό, κάθε μέρα. Και μάλιστα μέχρι ωρισμένη ώρα. Η αίσθηση του χιούμορ όμως δεν καλείται κατά παραγγελίαν. Έρχεται απροόπτως – ή καθόλου. Η πιο αξιολύπητη μορφή στον Rigoletto είναι ο γελωτοποιός του Δούκα. Ο μονόλογός του (Pari siamo…) όταν αναπολεί τις στιγμές που ο νυσταγμένος, από ανία, «κύριος» του λέει : «Fa chi io rida, buffone»… «Κάνε με να γελάσω, μπούφφο…» είναι τραγικός. Όπως το παράπονο του «Γέλα παλιάτσο…»

Οι σκιτσογράφοι είναι συχνά αξιόλογοι καλλιτέχνες. Πολλοί γίγαντες της ζωγραφικής υπήρξαν σπουδαίοι σκιτσογράφοι (ως σχολιαστές) όπως και μεγάλοι ποιητές με τις εικόνες που δημιουργούν με τα λόγια. Πρώτος ο Όμηρος. Πιο κοντά στις μέρες μας ο Degas, ο Goya, κ.α. όπως ο, ιστορικός πλέον, Wm. Hogarth, σχολιαστής της εξαθλιώσεως της λαϊκής τάξεως στην Αγγλία τον 18ο αιώνα. Αλλά, επίσης, γελοιογράφος ήταν, (κατ’ εμέ), και ο Picasso, του οποίου το έργο κατέληξε σε ένα μεγάλο αστείο, εις βάρος όσων δεν είχαν την αυτοπεποίθηση να το καταλάβουν.

Ο σκιτσογράφος της εφημερίδος συχνά εστιάζει σε ένα χαρακτηριστικό του εικονιζομένου, π.χ. η μύτη του Ντε Γκώλλ, που τον παρουσιάζει όμως με άμεση αναγνωρισιμότητα (νέα λέξις “post TV»), πιο αποτελεσματική από μία φωτογραφική απεικόνιση. Ο αείμνηστος, μεγάλος, Φωκίων Δημητριάδης, «ΦΩΚ», χρησιμοποιούσε και μία κότα, ή κατσίκα, για να δηλώσει το όνομα του «στόχου».

Αυτές τις μέρες όμως, αναζητώντας «θέμα» και χαμένος μέσα στην ανιαρή επανάληψη – τα ίδια και τα ίδια- δεν μπορούσα να βρώ τίποτε το πρωτότυπο, τίποτε που δεν έχει γραφεί, περιγραφεί ή ειπωθεί πολλές φορές. Και πολύ καλλίτερα μάλιστα. Αίφνης παρουσιάσθηκε η «έμπνευσις» την ώρα που κοίταζα τις μέσα σελίδες, το λεγόμενο «σαλόνι» μεγάλης καθημερινής εφημερίδας, με το μυαλό ακινητοποιημένο. Κοιτάζα την εφημερίδα χωρίς να βλέπω τίποτα. Εκεί μπροστά στα μάτια μου όμως, στην θέση της συνηθισμένης γελοιογραφίας, ήταν …το θέμα μου. Και τι θέμα! Ήταν η έγχρωμος φωτογραφία δύο υπουργών της παρούσης κυβερνήσεως. Η εικόνα ήταν τόσο αστεία που ήταν μία γελοιογραφία αφ΄ εαυτής, χωρίς σχόλια. Με τον αυτόματο, χειρουργικής ακρίβειας, σχολιασμό, ο λαός, ο κοινός άνθρωπος «του δρόμου», που λένε, κοιτάζοντας αυτό το πορτραίτο θα έλεγε : «Πλάκα μου κάνεις!»

Στην συνήθη θέση της γελοιογραφίας τα δύο σοβαρά πρόσωπα δύο υπουργών, χωρίς «ρετουσάρισμα» ή άλλη επέμβαση. Η κυβέρνηση ως γελοιογραφία.

Αρχής γενομένης από την εμφάνιση – όπως έχουμε ξανασημειώσει- είναι φανερό, όσο και πρωτοφανές- ότι τα κορυφαία στελέχη έχουν επιλέξει να εμφανίζονται με θεατρικά κοστούμια. Σκοπός να ξεχωρίζουν από τα συνήθη «αστικά», τον τρόπο δηλαδή που ντύνονται οι συνήθεις άνθρωποι όταν πρόκειται να πάνε στην εργασία τους. Γιατί αλλιώς ντύνεται κανείς όταν περιφέρεται μέσα στο σπίτι του εν καιρώ καύσωνος αλλιώς όταν παραθερίζει, και αλλιώς όταν συναλλάσσεται σε δημόσιους χώρους. Η κυβέρνησις αυτή έχει ονομασθεί, προσφυώς, «Θίασος ποικιλιών». Κάτι σαν «Επιθεώρησις» όπου οι καρατερίστες, «νούμερα», φοράνε κοστούμια που τονίζουν την διαφορετικότητα, και την ιδιαιτερότητα του ρόλου τους ενώ συγχρόνως δηλώνουν την επαναστατικότητά τους προκαλώντας (νομίζουν) το κατεστημένο, αλλά και το γέλιο ως κωμικοί καρατερίστες. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ονόματα. Ο κόσμος καταλαβαίνει αμέσως ποιοι είναι – αφού άλλωστε αυτός είναι ο σκοπός τους.

Το άλλο πρωτοφανές είναι ο όγκος και το λίπος το οποίο συσσωρεύουν, πολλά κορυφαία στελέχη, γύρω από την μέση τους. Εις βάρος των χεριών τους τα οποία φαίνονται όλο και πιο μικρά και δυσανάλογα. Φιλόδοξα στελέχη επείγονται να πλησιάσουν το υπόδειγμα των πρωτοκλασσάτων λεβιάθαν και προσθέτουν άλλα δέκα κιλά ετησίως, ώστε να είναι αδύνατον να χωρέσουν πλέον τα πουκάμισα στο παντελόνι, και τα αφήνουν ‘επαναστατικά’, απ’ έξω. (Που τα βρίσκουν αυτά τα ρούχα, παραμένει ένα ερώτημα. Το άλλο ερώτημα είναι : πώς εμφανίζονται σε οποιαδήποτε συνάντηση συνηθισμένων ανθρώπων;).

Αυτό προφανώς δεν αρκεί και έτσι προχωρούν στην γελοιοποίηση του προσώπου τους με την βαφή της κόμης, σε μαύρο κορακί -με αλογοουρά- και πρωτοποριακές γενειάδες, σε μία συγκεκριμένη περίπτωση κάτασπρη –κοντή- γενειάδα ενώ τα μαλλιά- στην ίδια σοφή κεφαλή- να αρνούνται οποιαδήποτε επέμβαση του χρόνου και παραμένουν, πεισματικά, μαύρα.

Έτσι φτάσαμε στο σημείο κορυφαία στελέχη, με σοβαρότατους ρόλους στην πολιτική, να εμφανισθούν – αμέσως – σε κωμικούς ρόλους επί σκηνής, προκαλώντας τον αυθόρμητο καγχασμό ακροατηρίων – διαφόρων επιπέδων – χωρίς να χρειάζεται να αναφερθεί το όνομά τους. Έχουν φροντίσει, επιμελώς, να καταστήσουν πασίγνωστη την γελοιογραφία του εαυτού τους. Με αποκορύφωμα την φωτογραφική απεικόνισή τους στην θέση της γελοιογραφίας στις εφημερίδες.

Για να μην αναφερθούμε στην διακωμώδηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που διασκεδάζουν τα πλήθη χωρίς έλεος! Και χωρίς όρια…

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου