Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Από τη σοβιετική κλεπτοκρατία στον... Πούτιν


Ένα σύστημα του οποίου ο κ. Παν. Λαφαζάνης αγνοούσε βασικές παραμέτρους, γι' αυτό και απέτυχε να αποσπάσει τα χρήματα που ήθελε. Πώς λειτουργεί η Ρωσία του Πούτιν και γιατί έχει ημερομηνία λήξης. Οι σιλοβίκι και η «δικτατορία του νόμου».

Το περί «κομμουνισμού και ολιγαρχίας» άρθρο του Ανδρέα Ανδριανόπουλου στον ιστότοπο European Business Review (EBR), όπως και η αναφορά του στο βιβλίο για τους βαρόνους του πετρελαίου και τους πολυεκατομμυριούχους του μετάλλου στη σημερινή Ρωσία, φέρνουν στο προσκήνιο ένα θέμα-ταμπού στην Ελλάδα. Αυτό του οικονομικού εγκλήματος και της συναφούς κλεπτοκρατίας στην πρώην Σοβιετική Ένωση και της προεκτάσεως των φαινομένων αυτών στο σημερινό σύστημα Πούτιν.

Ίσως ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος να μην το θυμάται, αλλά το θέμα της κλεπτοκρατίας πρωτοήλθε στην επιφάνεια στην αριστεροκρατούμενη Ελλάδα το 1985. Εκείνη την χρονιά, ένας θαρραλέος εκδότης, ο Λευτέρης Καρτάκης που είχε ιδρύσει τον εκδοτικό οίκο Ροές, εξέδιδε το βιβλίο «Η κλεπτοκρατία» του Γάλλου ανταποκριτή της γαλλικής Le Monde Πατρίκ Μενέ στη Μόσχα, το οποίο είχε προκαλέσει πολύ θόρυβο στη Δύση λόγω των εντυπωσιακών φαινομένων διαφθοράς που έφερνε στο προσκήνιο.

Η κλεπτοκρατία, έλεγε μεταξύ άλλων ο Πατρίκ Μενέ στον υπογράφοντα σε συνέντευξή του στον Οικονομικό Ταχυδρόμο, είναι μία πραγματική, παράλληλη κοινωνία, χωρίς την οποία η καθημερινή ζωή στη Σοβιετική Ένωση θα ήταν αδύνατη. Μία κοινωνία όπου βασιλεύει το βόλεμα, η επιδεξιότητα και η αισχροκέρδεια και έχει να επιδείξει εγκληματικότητα παρόμοια με αυτή που υπάρχει στη Δύση: πορνεία, μεγάλες ληστείες, αλλά κύρια και σε μεγάλη κλίμακα κερδοσκοπία, λεηλασία κα υπεξαίρεση ολόκληρων τόνων εμπορευμάτων, παράνομο βιομηχανικό εμπόριο τροφίμων, δωροδοκίες στην εκπαίδευση, στην ιατρική...

Και μη νομίζετε ότι αυτές είναι δικές μου διαπιστώσεις που προβάλλω για λόγους προπαγάνδας, όπως θα πουν κάποιοι γνωστοί και μη εξαιρετέοι. Στη Σοβιετική Ένωση, αλλά και στις χώρες δορυφόρους της, η απόλυτη διαφθορά και η μαύρη αγορά βρίσκονται σε πλήρη άνθηση. Αυτό καταγγέλλουν καθημερινά η Pravda και οι εκατοντάδες άλλες εφημερίδες της σοβιετικής επικράτειας. Ακόμα και η Izvestia, κυβερνητικό όργανο, αποκαλύπτει πως η αστυνομία και οι δικαστές αποκρύπτουν τα πραγματικά στοιχεία για την εγκληματικότητα.

Έναν χρόνο αργότερα κυκλοφορούσε σε Ευρώπη και Αμερική το βιβλίο του Μιχαήλ Βοσλένσκι «Η νομενκλατούρα», το οποίο έφερνε στο προσκήνιο και τους ανθρώπους που συσσώρευαν μέσω λεηλασίας απίστευτο πλούτο, σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς το οποίο, κατά τον συγγραφέα, ως τέτοιο, διέφθειρε ολοκληρωτικά.

Όταν λοιπόν ανέλαβε την ηγεσία της ΕΣΣΔ ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, αυτό το σύστημα διαφθοράς ημινομιμοποιήθηκε, γιατί η σοβιετική οικονομία ήδη βρισκόταν στον δρόμο της κατάρρευσης και έπρεπε να πάρει κάποιες αναπνοές, εντασσόμενο στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας έστω και με δεκανίκια. Κάτι τέτοιο όμως ήταν πολύ δύσκολο. Δεν υπήρχαν ούτε οι πνευματικές, ούτε οι ιδεολογικές, αλλά ούτε και οι θεσμικές προϋποθέσεις για να προχωρήσει η Ρωσία προς τη δημοκρατία και την οικονομία της αγοράς.

Ο ενθουσιώδης ιδεαλισμός της ημέρας που ο Μπορίς Γέλτσιν είχε σκαρφαλώσει πάνω σε ένα τεθωρακισμένο, το 1991, και είχε καταργήσει τη Σοβιετική Ένωση, δεν κράτησε πολύ χρόνο. Η περίοδος Γέλτσιν, με τη «βοήθεια» των ολιγαρχών και της νομενκλατούρας, αμαυρώθηκε από πολλά παρατράγουδα, με λέξεις όπως «δημοκρατία», «ελευθερία» και «αγορά» να είναι συνώνυμες με το χάος. Έτσι, στις αρχές του 21ου αιώνα, όταν ο Βλαδίμηρος Πούτιν, πρώην πράκτορας της KGB, αποφάσιζε να καταλάβει την εξουσία, το κλίμα ήταν ιδεώδες...

Όπως επεσήμανε τότε ο ανταποκριτής της Washington Post στη Μόσχα, στη Ρωσία που φιλοδοξούσε να κατακτήσει ο Βλ. Πούτιν η δημοκρατία δεν ήταν πλέον -αν ήταν και ποτέ- ένας στόχος τον οποίο υποστήριζε μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Η ίδια η λέξη στιγματίστηκε, αφού είχαν καταλήξει να τη συνδέουν με την αναταραχή και όχι με την ευκαιρία. Οι σφυγμομετρήσεις καταδείκνυαν μονίμως ότι μόλις το 1/3 των πολιτών θεωρούσαν ότι ήταν δημοκράτες μία δεκαετία αφότου είχε αρχίσει το πείραμα, ενώ μία εξίσου μεγάλη μερίδα του πληθυσμού πίστευε ότι ο αυταρχισμός ήταν η μοναδική οδός για τη χώρα τους. Με άλλα λόγια, ο Γέλτσιν είχε καταφέρει να σκοτώσει τον κομμουνισμό, αλλά όχι να δημιουργήσει και τη διάδοχη κατάσταση.

Αντίθετα, τις παραμονές της εποχής του Πούτιν, η Ρωσία παρέμενε μία χώρα μεταξύ δύο συστημάτων, όπου η ρητορική του ισχυρού κράτους εξακολουθούσε να έχει απήχηση ενώ το κράτος κατέρρεε, η διαφθορά και η διακυβέρνηση ήταν τόσο συνυφασμένες ώστε να γίνονται ενίοτε δυσδιάκριτες, και ο πρόεδρος, προερχόμενος από την KGB, είχε θέσει ως άμεση προτεραιότητά του την εγκαθίδρυση αυτού που κατ' ευφημισμό αποκαλούσε «δικτατορία του νόμου».

Σε έναν λαό που είχε χάσει μεγάλο κομμάτι της ιστορικής του μνήμης, δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού σπάνια γίνονταν αναφορές στον ολοκληρωτισμό και τη βία του, ή στις ανομίες του κεντρικού σχεδιασμού και της γραφειοκρατίας. Τα γκουλάγκ ήταν μία ασήμαντη ανωμαλία στον δρόμο, ένα σφάλμα του 1937, το οποίο είχαν παραδεχτεί και λησμονήσει από καιρό. Η Ιστορία, υπό αυτή τη θεώρηση, δεν άρχιζε παρά μόλις το 1991, με την τραγική κατάλυση της σοβιετικής αυτοκρατορίας. Όλο το χάος, οι κρίσεις, οι καταρρεύσεις τραπεζών, η φρενήρης διαφθορά και ο παρεοκρατικός καπιταλισμός χρεώνονταν σε αυτή την καταστροφή. Και αυτή, όπως τελικά διαπιστώσαμε, δεν ήταν η άποψη της μειοψηφίας αλλά η αίσθηση της πλειοψηφίας, που σπάνια εμφανιζόταν στα δυτικά πορτρέτα της νέας Ρωσίας.

Σε αυτό ακριβώς στηρίχτηκε το «σχέδιο Πούτιν», όπως αποκαλούσε ο υπεύθυνος της εκλογικής καμπάνιας του Πούτιν τη φιλόδοξη προσπάθεια για την αναδιάρθρωση της ρωσικής πολιτικής, που ξεκινούσε από την εκλογή στο ύπατο αξίωμα ενός άγνωστου αρχηγού της μυστικής αστυνομίας. Ο στόχος ήταν η επαναφορά του κέντρου εξουσιών στο Κρεμλίνο, όπου ο Πούτιν και οι σύμβουλοί του πίστευαν ακράδαντα ότι ανήκε δυνάμει αιώνων ρωσικής ιστορίας.

Για να πετύχει αυτό τον σκοπό, τα χρόνια που ακολούθησαν ο Πούτιν επρόκειτο να επιδοθεί σε μεθοδικές διώξεις όλων εκείνων που είχαν εναλλακτικές απόψεις -από τα ανεξάρτητα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τους διοικητές των περιφερειών που προσπαθούσαν να αποκτήσουν δικά τους τσιφλίκια, έως τους εθνικούς νομοθέτες, ή ακόμα και τους ίδιους τους ολιγάρχες που είχαν βοηθήσει στην ενορχήστρωση της ανόδου του στην εξουσία.

Μία εξουσία όμως η οποία, όπως μας είπε ο Γάλλος συνάδελφος Τιερί Βολτόν, πολύ γρήγορα πλαισιώθηκε από ανθρώπους της KGB, τους περίφημους «σιλοβίκι», που σήμερα είναι κράτος εν κράτει. Διαθέτουν απίθανες εξουσίες και υπεράφθονο χρήμα και καθημερινά δίνουν μάχες για να διατηρήσουν προνόμια τα οποία είναι πραγματικά απίστευτα. Υπό αυτή την έννοια, ο «πουτινισμός» είναι το νέο καθεστώς στη Ρωσία και οι πραιτωριανοί του κάνουν ό,τι μπορούν για τη διαιώνισή του.

Ο ιδεολόγος του Κρεμλίνου, Βλαντισλάβ Σούρκοφ, έχοντας λανσάρει ως κυρίαρχη ιδεολογία στη σημερινή Ρωσία τον όρο της «κυρίαρχης δημοκρατίας», στην ουσία έφερε στο προσκήνιο έναν νεορωσικό εθνικισμό, γύρω από τον οποίον αναπτύσσονται και επιμέρους πολιτικές ομάδες που επικαλούνται τις ιδεολογίες του εθνικομπολσεβικισμού και του ευρασιανισμού.

Όμως, παρ' όλη την πολιτική δύναμη που διαθέτει ο «πουτινισμός» στη Ρωσία, το οικονομικό του μέλλον είναι ζοφερό. Η ρωσική οικονομία είναι άμεσα εξαρτημένη από τους ολιγάρχες του συστήματος, αδυνατεί να προσαρμοστεί στον νέο διεθνή καταμερισμό της εργασίας και στερείται εκσυγχρονιστικών επενδύσεων. Υποφέρει επίσης από σημαντική φυγή κεφαλαίων, η δε πτώση των τιμών του πετρελαίου έφερε στο προσκήνιο τη δραματική της εξάρτηση από μία μόνο παραγωγική πηγή, αυτή της ενέργειας.

Στον βαθμό λοιπόν που το Κρεμλίνο θα κλείνεται στον εαυτό του αρνούμενο την εξωτερική νεωτερικότητα και θα «πουλάει» πατριωτισμό και εθνικισμό, με παράλληλο μίσος προς τον δυτικό κόσμο, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιον ότι ο «πουτινισμός», παρά τον αυταρχισμό του, θα έχει και αυτός ημερομηνία λήξεως.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου