Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

"Στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα"

Το αξίωμα του τίτλου αποδίδεται στον Παύλο Μπακογιάννη. Επαναλαμβάνεται κατά κόρον από πολιτικούς και λοιπούς σχολιαστές της επικαιρότητας. Σε ό,τι αφορά την ελληνική δημοκρατία, η ερμηνευτική του επάρκεια φαίνεται ότι φθίνει καθημερινά.

Μέσα στο κατακαλόκαιρο, σχολιαστές που δεν πείθονται για την επάρκεια ή και τις προθέσεις των κυβερνώντων, προβάλλουν μετ’ επιτάσεως το αίτημα για την ανάδειξη μιας νέας ηγεσίας, ώστε η χώρα να βρει, επιτέλους, τον ευρωπαϊκό βηματισμό της. Λες και είναι θέμα ηγεσίας. Λες και οι κάτοικοι αυτής της χώρας έχουν πειστεί για την αναγκαιότητα ενός ευρωπαϊκού βηματισμού που ελάχιστοι μπαίνουν στον κόπο να κατανοήσουν.

Αν με τον όρο «ευρωπαϊκό πρότυπο» εννοήσουμε την επικράτηση ανοικτών πολιτικών και οικονομικών θεσμών, είναι σαφές ότι η Ελλάδα το προσέγγισε μόνο επιδερμικά. Οι ανοικτοί πολιτικοί θεσμοί «επιμερίζουν με πλουραλιστικό τρόπο και σε ένα ευρύ φάσμα της κοινωνίας την πολιτική ισχύ, δημιουργούν ένα βαθμό πολιτικού συγκεντρωτισμού, επιβάλλουν την τήρηση του νόμου και της τάξης ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας» (τόσο του Δημοσίου όσο και των ιδιωτών) «και επιτρέπουν τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς». Οι ανοικτοί οικονομικοί θεσμοί «προστατεύουν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, διασφαλίζουν την ισότητα των ευκαιριών» και παρέχουν κίνητρα για «επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και δεξιότητες, συντελούν στην οικονομική μεγέθυνση» και εξασφαλίζουν, ceteris paribus, τη βιωσιμότητα της εθνικής οικονομίας.

Στην Ελλάδα, αντί των ανοικτών πολιτικών θεσμών αναπτύχθηκε ένα πελατειακό σύστημα που τείνει να πριμοδοτεί τα ισχυρά «κατεστημένα» συμφέροντα (μεγάλοι προμηθευτές του Δημοσίου και εργολήπτες, εργαζόμενοι στο Δημόσιο –ιδίως σε νευραλγικές ΔΕΚΟ– και λοιπές κρατικοδίαιτες ομάδες πίεσης, αγρότες), φιλοδωρώντας άλλες μερίδες του πληθυσμού με μικρότερες παροχές (κυρίως συντάξεις, επιδόματα, αλλά και διαγραφή χρεών της αγαπημένης ΠΑΕ) ή προσδοκίες (πρόσληψη στο Δημόσιο, απουσία αξιολόγησης, πρόωρη συνταξιοδότηση). Αυτή η ευρεία διαπλοκή γίνεται σε βάρος της ανοικτής οικονομίας, ιδίως όσων θα επιχειρούσαν να παίξουν με βάση τους κανόνες της ισονομίας και του υγιούς ανταγωνισμού. Επιπλέον, σημαδεύει την τράπουλα σε βάρος όσων δεν διαθέτουν – ή αρνούνται – την πρόσβαση στους δημόσιους διανεμητικούς μηχανισμούς.

Το πρόβλημα είναι ότι, ακόμα και σε χώρες πλουσιότερες από τη δική μας, οι εγχώριοι πόροι δεν επαρκούν για την κάλυψη των «κεκτημένων» που δημιουργεί το σύστημα, πολύ λιγότερο δε για την ικανοποίηση περαιτέρω προσδοκιών. Επειδή ακριβώς οι πόροι του κράτους είναι περιορισμένοι, η υπόθεση ήταν ότι τον πλούτο που μας λείπει μπορεί να τον παραγάγει κάποιος άλλος. Μέχρι την ένταξη στο ευρώ οι κυβερνήσεις μπορούσαν να ικανοποιούν την πελατεία τους τυπώνοντας πληθωριστικό χρήμα και εκμεταλλευόμενες τις επιδοτήσεις από τα ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετά την ένταξη στο ευρώ συνέχισαν να το πράττουν επί μια επταετία δανειζόμενες από τις χρηματαγορές, εσωτερική και διεθνείς.

Στο μεταξύ, η οικονομία μεγεθυνόταν με βάση την αύξηση όχι της παραγωγικής βάσης και της παραγωγικότητας αλλά της κατανάλωσης και μάλιστα με δανεικά. Το μοντέλο αυτό έχαιρε της επιδοκιμασίας της συντριπτικής μερίδας των ψηφοφόρων που εξέλεγαν όποιο κόμμα υποσχόταν ακόμα καλύτερες μέρες χωρίς κόπους και θυσίες. Ήταν αυτός ορθολογικός τρόπος εκλογικής συμπεριφοράς; Ναι, αν δεχτούμε ότι οι ψηφοφόροι λειτουργούν με γνώμονα το άμεσο συμφέρον τους. Αν συνυπολογίσουμε, όμως, παραμέτρους, όπως η βιωσιμότητα της ευημερίας ή οι συνέπειες για τους νέους και τις μέλλουσες γενιές, η απάντηση περιπλέκεται. Μήπως ήταν ευθύνη των πολιτικών, ή και των ΜΜΕ, να επισημάνουν τις ζοφερές προοπτικές; Ναι, αλλά οι πολιτικοί κατά κανόνα ενεργούν με γνώμονα το πολιτικό κόστος, κυρίως όπως αποτυπώνεται στις σφυγμομετρήσεις, ενώ τα ελληνικά ΜΜΕ, ακόμα και αν δεν είναι ελεγχόμενα, προσδοκούν μερίδιο από την πίτα της κατανάλωσης. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η τύχη της απόπειρας για τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού με βάση την έκθεση Σπράου το 2001.

Με τον τρόπο αυτό η σαφής πλειοψηφία του ελληνικού κοινού εθίστηκε πλήρως στο πελατειακό-διανεμητικό πρότυπο και προγραμμάτισε τη ζωή της με βάση την υπόθεση ότι οι αναγκαίοι πόροι, δανεικοί ή ουρανοκατέβατοι, θα παρέμεναν διαθέσιμοι. Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Στα απόνερα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-9, διαφάνηκε ότι η ελληνική οικονομία συγκέντρωνε τον θανατηφόρο συνδυασμό πολύ υψηλού δημόσιου χρέους και πολύ υψηλών δημόσιων ελλειμμάτων. Τότε το ρευστό στέρεψε. Πώς αντέδρασε η πλειοψηφία του ελληνικού κοινού; Αρνήθηκε να αποδεχθεί ότι είχε βασίσει την ευημερία και τις προσδοκίες της σε ένα μοντέλο που απλώς δεν ήταν βιώσιμο. Έτσι, διαδοχικά απετάξατο τα δύο κόμματα εξουσίας της μεταπολίτευσης και το πολιτικό τους προσωπικό και, για να μη μακρηγορούμε, εναπέθεσε τις ελπίδες της σε πολιτικές δυνάμεις οι οποίες έως το 2009, αθροιζόμενες, συγκέντρωναν μονοψήφιο ποσοστό. Τι έταξαν οι δυνάμεις αυτές; Διατήρηση των «κεκτημένων» και σταδιακή επιστροφή στο προ Κρίσης επίπεδο διαβίωσης με μια περίοδο κοινωνικής ευαισθησίας για το μεσοδιάστημα (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ) ή φυγή από τα διεθνή πολιτικά και οικονομικά πλαίσια και εγκλεισμό στην αυτάρκεια (Χρυσή Αυγή, ΚΚΕ).

Η πλειοψηφία αυτή, και μάλιστα διευρυμένη, βροντοφώναξε το «ΟΧΙ» που της παρήγγειλε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μέσω του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου. Σήμερα, εξακολουθεί να στηρίζει τον Α. Τσίπρα, αφού, μεταξύ άλλων, έχει διαπαιδαγωγηθεί να αποζητά τη χαρισματική ηγεσία – συστατικό στοιχείο κάθε λαϊκιστικής κουλτούρας. Για το λόγο αυτό, αρκετοί σχολιαστές που αντιλαμβάνονται το πρόβλημα βιωσιμότητας που αντιμετωπίζουμε ως εθνική οικονομία καλούν τον Α. Τσίπρα να αναλάβει να γυρίσει το καράβι μέσα στα ευρωπαϊκά νερά. Ακόμα και αν το μπορούσε ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ, οι σύντροφοι και οι οπαδοί του αρνούνται να αναλάβουν το σχετικό κόστος, ορισμένοι δε από αυτούς επιμένουν σε επιλογές φυγής – χωρίς, φυσικά, να εκλαϊκεύουν τις αναπόφευκτες και οδυνηρές συνέπειες. Γιατί, βέβαια, το επιχείρημα ότι η Ελλάδα υποφέρει προκειμένου η λοιπή Ευρωπαϊκή Ένωση να αντιληφθεί τις –υπαρκτές– αδυναμίες της, μάλλον προκαλεί ευφορία εκτός συνόρων. Ποιο πρότυπο αλλαγών η παρούσα ελληνική ηγεσία νομιμοποιείται να προβάλει σε πανευρωπαϊκό επίπεδο όταν η ίδια έχει δώσει ακραία δείγματα ανεύθυνης κακοδιαχείρισης;

Σε ποιο ακροατήριο, λοιπόν, να απευθυνθούν οι υπάρχοντες ευρωπαϊστές ηγέτες ή και νέοι που ακόμα αναζητούνται; Στο 38% που ρητά προτίμησε μια επώδυνη συμφωνία με τους δανειστές από την άβυσσο του όποιου Plan B; Μα, ακόμα και ηγέτες της «φιλοευρωπαϊκής» αντιπολίτευσης ήδη προειδοποιούν την κυβέρνηση να μη θίξει επιμέρους συμφέροντα της εκλογικής τους πελατείας (ιδίως των αγροτών). Φοβούμαι ότι σήμερα δεν έχει νόημα να αναζητούνται νέοι ηγέτες· εκείνο που απουσιάζει είναι μια πολύ ευρύτερη του 38% εσωτερική συναίνεση υπέρ των αναγκαίων αλλαγών ώστε, μετά από πολυκύμαντο εθνικό βίο δύο περίπου αιώνων, η ελληνική πολιτεία να προσεγγίσει το ευρωπαϊκό πρότυπο που κληροδότησαν ο Διαφωτισμός, η Βιομηχανική Επανάσταση, και τα κινήματα εκδημοκρατισμού του 19ου και του 20ού αιώνα. Η κρίση του 2009-2010 δεν αποτέλεσε την κρίσιμη καμπή για να δρομολογηθούν οι εν λόγω αλλαγές. Ίσως η σημερινή κρίση, σε ακόμα οξύτερη μορφή, να συμβάλει ώστε η έννοια του συμφέροντος, δημόσιου και ιδιωτικού, να αποκτήσει ευρύτερη διάσταση, ενσωματώνοντας το χρέος μας απέναντι στα παιδιά και στα παιδιά των παιδιών μας.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου