Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Τι έκαμες στον πόλεμο, μπαμπά;


Άκου δω, μπαμπά...
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που σε είχα για πρότυπο μου και λογάριαζα κάθε κουβέντα σου, σαν να 'τανε η μια και μοναδική σοφία στον κόσμο. Τώρα πια, μπαμπά, αλλάξανε οι καιροί. Κι όχι μονο επειδή μεγάλωσα εγώ αλλά επειδή μίκρυνε πολύ ο κόσμος.
Ναι...
Μίκρυνε και φτώχυνε κι ασχήμυνε ο κόσμος μου, μπαμπά. 
Κι αυτό εξαιτίας σου...
Γιατι τον εφιάλτη που ζω σημερα μπαμπά, εσύ μου τον ετοίμασες. 'Ελα τώρα αν τολμάς, να κόψουμε βόλτα στην παλιά μας γειτονιά, εκεί όπου οι πόρτες αμπαρώνονται μετά τη δυση του ήλιου, εκεί όπου τα κοριτσια δεν κοτάνε να βγουν στον δρομο χωρίς μαντιλες και μπούρκες
Έλα, λοιπόν... 
Τι με κοιτάς έτσι σαν χαμένος, κουνώντας αμήχανος την άσπρη κεφαλή σου; Αυτόν τον κόσμο δεν ήθελες; Τα ταξικά μας αδερφια, δεν μου έλεγεςΕμπρός, λοιπόν... Βγες τώρα έξω... Βγες για να δεις με τα στραβά σου μάτια, πως κατάντησαν οι δρόμοι, που στον καιρό σου μοσχοβολούσαν διψασμένο γεράνι και αρώματα κοριτσιών.Που ήσουν εσύ, μπαμπά, όταν όλοι αυτοί οι μαύροι άνθρωποι πατούσανε πόδι στη γειτονιά μας;Τι έκαμες εσύ μπαμπά για να προστατεύσεις τον κόσμο που σου αφήσανε οι πατεράδες σου και που σου τον δάνεισα εγώ, για να τον κάμεις καλύτερον;
Τους άνοιγες τις κερκόπορτες - έτσι, μπαμπά;
Τους άνοιγες σύνορα και αγκαλιές, επειδή τάχα μου πίστευες ότι ετούτα εδώ τα λυσασμένα σκυλιά, θα σταθούν σύμμαχοι σου σε ένα τρελό όνειρο, που μόνο καταστροφές έφερνε πάντα στην ανθρωπότητα.
Ιδιύ τα αποτελέσματα, μπαμπά.
Φέρε μου τώρα τη μαντιλα, να πάω μέχρι το μπακάλικο να αγοράσω λίγα μακαρονια, να μην μείνουμε και σήμερα νηστικοί... 


Να ΄ξερες μόνο πόση πίστη έδινα κάποτε στα λόγια σου, μπαμπά...
Εμεις αγαπάμε τον άνθρωπο, μου έλεγες. Εμείς οραματιζόμαστε έναν κόσμο χωρίς σύνορα, όπου ο καθένας θα έχει ένα μοιράδι στον ήλιο, άσχετα με το χρώμα του, με τη γλώσσα του ή με την καταγωγή του.
Ωραία λόγια, μπαμπά...

Μόνο που δεν καταλάβαινες πως, αν τότε τα σύνορα έκλειναν τις μπάρες τους εκεί όπου μιλιύνταν η ίδια γλώσσα, λατρεύονταν ο ίδιος Θεός κι οι άνθρωποι είχαν το ίδιο αίμα, σήμερα οι μπάρες κλείνουν απόξω από το σπίτι μας.
Πόσο τον μίκρυνες τον κόσμο μου, μπαμπά...

Δεν το κατάλαβες λοιπον μπαμπά, ότι στον καιρό σου δεν συνεβαινε απλώς μια μετακίνηση των φτωχών και των απελπισμένων, που αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη;
Δεν πήγε καν το μυαλό σου πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι που πέρναγαν λαθραια τα συνορα σου και λαθρεποίκιζαν τις πόλεις σου, τα χωριά σσυ, τα νησιά σου και τα χωράφια σου, δεν ήσαν ούτε ταξικά σου αδέρφια, ουτε συντροφοι σου, ουτε καν μελλοντικοι συναγωνιστες σου;
Κατακτητες ησαν, μπαμπα.
Κατακτητες που σκοπευαν να επιβαλλουν τον δικο τους Θεο, τη δκια τους παρανοια, τον δικο τους νομο.

Και δεν το υποψιαστηκες καν, ουτε κι οταν τους ειδες να καταφθανουν με το ματι γεματο αιμα, διψασμενοι για κουρσο και για λεηλασια.
Δεν σου περασε καν απο το μυαλο οτι τοσα εκατομμυρια ανθρωποι δεν γινεται να μαζωχτουν μονομιας, χωρις σχεδιο, χωρις καθοδηγηση, χωρις στρατρηγικη ηγεσια, για να λαθροεισβαλουν στη χωρα σου μαζικα.
Και δεν σου εκοψε να υποψιαστεις οτι κατι τρεχει, ακομα κι οταν τους ειδες να λερωνουν τις πολεις σου, να κοπριζουν τα μνημεία σου, να βρίζουν τους θεούς σου, να φτυνουν τους νομους σου και να αρπαζουν τις δουλειες των παιδιων σου.

Δεν καταλαβες με το τι ειχες να καμεις καημένε μπαμπά, ούτε κι όταν εβλεπες με τα ιδια σου τα ματια πως τους προωθουσανε τα αφεντικα, για να κατεβάζουν τα μεροκαματα.
Εσυ που υποτιθεται οτι αγωνιζοσουν για να εχει καλυτερη ζωη ο εργατης, δεν πηρες ειδηση τι πιχνιδι σου παιζανε τα αφεντικα, ακομα κι οταν εφτασε ο ανθρωπος να οδυλευει νυχθημερον στη φαμπρικα, για ενα πιατο φακες.

Τιποτα δεν κατααβες, ρε μπαμπα.
Και το σπουδαιοτερο, δεν καταλαβες, οτι στον καιρο σου γινονταν πολεμος.
Ενας πολεμος στον οποιο διακυβευονταν το δικο μου μελλον αλλα σ' αυτον τον πολεμο εσυ ησουν με τους εχθρους μου, μπαμπα... 


Ναι, ρε μπαμπα. Ετσι, οπως σου το λεω. Πολεμος! Αμειλικτος πολεμος...
Πολεμος αναμεσα σε δυο κοσμους.
Στον κοσμο της ελευθεριας, του δικαιου, του Μετρου και της ανθρωπινης αξιοπρεπειας και στον κοσμο της θρησκοληψιας. της τρελας, της αρπαγης, του φανατισμου, του σκοταδιου, του ισλαμικου μεσαιωνα.
Αυτον τον πολεμο τον εχασες μπαμπα.

Και δεν τον εχασες επεδη ο εχθρος σου ηταν ισχυροτερος. Τοτε θα σου το συγχωρουσα.
Τον εχασες επειδη δεν πολεμησες.
Τον εχασες επειδη, οταν πατησαν ποδι στη γειτονια σου οι λαθροκατακτητες, εσυ αντι να σηκωσεις το οπλο, ανοιξες τα χερια και τους αγκαλιασες.
Τον εχασες επειδη, οταν μπηκαν στην πολη σου οι εχθροι, εσυ φροντισες να τους δωσεις φαγητο, δουλεια και στεγη.
Τον εχασες λοιπον, μπαμπα και δεν τον εχασες ουτε καν ως λιποτακτης.Τον εχασες ως συμμαχος και δουλακι του κατακτητη σου...
Λυπαμαι για σενα μπαμπα. Αλλα πιο πολυ λυπαμαι για μενα.
Λυπαμαι που σε ειχα ανεβασει καποτε τοσο ψηλα, στα μέτρα των ηρωων μου. Αλλά εσυ μονο ηρωας δεν ησουν ρε φουκαρα.
Ασε, δεν αξιζει ουτε καν να σε ρωτησω: "τι εκαμες στον πολεμο μπαμπα;"
Τον κοσμο που σου δανεισα, τον χαρισες ρε κακομοιρη. Κι ευτυχως που τωρα πια εχω ξεπερασει και τους φοβους σου και τα παθη σου και τις ιδεοληψιες σου.
Οχι ρε προδοτη, ανθρωπακο, που ηθελες να σε λεγω και μπαμπα...Δεν προκειται να φορεσω μαντιλα, για να βγω εξω στην παλια μου γειτονια. Εμαθα πια πως να φτυνω καποιους δειλους σαν εσενα και πως να χειριζομαι το μαχαιρι.Καταλαβες τωρα;
Τον πολεμο που δεν τολμησες να δωσεις εσυ, τον αρχιναω εγω...
Για να μην βγουν αυριο τα δικα μου παιδια να με ρωτησουν: "τι εκαμες στον πολεμο, μαμα;" κι εγω να σκυβω το κεφαλι, ακουοντας τη φωνη του μουεζινη τους, απο το τζαμι που εσυ φροντισες να χτιστει στη γειτονια μας...

Από το πολύ καλό μπλόκ του Πανούση (του Λευτέρη, όχι του αλλουνού).

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου