Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

60 χρόνια από τον θάνατο του Αλέξανδρου Παπάγου (1833-1955)

Όταν έγιναν πριν 60 έτη τα τραγικά γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1955, που οδήγησαν στην καταστροφή και τον μαρασμό τον Ελληνισμό της Πόλης, η επίσημη ελλαδική αντίδραση ήταν αναιμική και αναντίστοιχη του μεγάλου αυτού εγκλήματος. Ο κύριος λόγος ήταν η βαριά ασθένεια του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδος, στρατάρχη Αλεξάνδρου Παπάγου, ο οποίος έναν μήνα μετά τα γεγονότα (στις 4 Οκτωβρίου 1955) θα πέθαινε μετά από βαριά ασθένεια. Ο Παπάγος σε ηλικία 72 ετών άφηνε πίσω ένα όνομα θρυλικό, που συνδεόταν με τις μεγάλες πολεμικές περιπέτειες του Ελληνισμού του 20ου αιώνος. Αυτός όμως ο θρύλος καλύφθηκε όμως με σκόπιμη ή μικρόψυχη λήθη από τους πολιτικούς του επιγόνους αλλά και τους αντιπάλους του και έτσι αδικήθηκε η μνήμη ενός μεγάλου πολεμάρχου στην Ευρώπη του 20ου αιώνος.

Ο τελευταίος μίας ένδοξης και ιστορικής εποχής

Όταν απεβίωσε ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Αλέξανδρος Παπάγος, ο ένδοξος αρχηγός του Ελληνικού Στρατού εναντίον των τριών μεγάλων ολοκληρωτισμών του 20ου αιώνος (του Φασισμού, του Εθνικοσοσιαλισμού και του Κομμουνισμού), έκλεινε μία ολόκληρη εποχή. Πέθαινε ο τελευταίος από τους 4 πρωταγωνιστές ηγέτες του Ελληνισμού στην εποποιία του ΟΧΙ του 1940 (οι άλλοι τρεις ήσαν οι βασιλεύς Γεώργιος Β’, πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς και Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, που είχαν ήδη φύγει από την ζωή). Για τον Ελληνισμό εκείνης της εποχής το ανοικτό θέμα ήταν αυτό της Κύπρου, που απετέλεσε και την αφορμή του ξεσπάσματος των τραγικών Σεπτεμβριανών εναντίον του Ελληνισμού της Πόλης.

Γεννηθείς στις 9 Δεκεμβρίου του 1883, ο Αρχιστράτηγος Παπάγος υπήρξε στρατιωτικός και πολιτικός στις κρισιμότερες ώρες του Ελληνικού Έθνους. Ακόμη και οι αντίπαλοι του αναγνωρίζουν ότι ήταν πάντα όρθιος στο ύψος των περιστάσεων. Πατέρας του ήταν ο αντιστράτηγος Λεωνίδας Παπάγος με καταγωγή από τις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας και μητέρα του η Μαρία το γένος Αυγερινού Αβέρωφ, ανιψιά του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ.

Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές, το 1901 εγγράφηκε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά την εγκατέλειψε ένα χρόνο αργότερα, προκειμένου να ακολουθήσει στρατιωτική εκπαίδευση στο εξωτερικό, καθότι είχε παρέλθει το όριο ηλικίας για την εισαγωγή του στην Σχολή Ευελπίδων. Φοίτησε για μία διετία (1902-1904) στην στρατιωτική σχολή των Βρυξελλών και την επόμενη διετία στην σχολή Ιππικού του Ιπρ. Το 1906 επέστρεψε στην Ελλάδα και κατετάγη στο στρατό ως ανθυπίλαρχος στο όπλο του Ιππικού. Το 1911 παντρεύτηκε την Μαρία Καλίνσκυ, εγγονή του στρατηγού Τιμολέοντα Βάσσου, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, την Ειρήνη (1914), σύζυγο του γλύπτη Γιάννη Παππά και τον Λεωνίδα (1912), διπλωμάτη και αυλάρχη των ανακτόρων.

Ο Παπάγος συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους ως υπίλαρχος και έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις για την κατάληψη των Ιωαννίνων. Λίγα χρόνια αργότερα συμμετείχε στην Μικρασιατική Εκστρατεία ως επιτελάρχης σε μονάδες του Ιππικού, όπου και παρέμεινε μέχρι την κατάρρευση του Μετώπου τον Αύγουστο του 1922.

Ο ρόλος του το 1940

Υπήρξε πάντα στο κέντρο των πολιτικών πραγμάτων του τόπου. Πρωταγωνίστησε τον Οκτώβριο του 1935 στην πτώση της κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη ως αρχηγός του Στρατού μαζί με τους ομολόγους του υποναύαρχο Οικονόμου και αντιπτέραρχο Ρέππα, επιταχύνοντας τις εξελίξεις για την επαναφορά της βασιλείας στην χώρα μας. Οι μετέπειτα εξελίξεις θα είναι καταιγιστικές. Ο βασιλεύς Γεώργιος Β’ επιστρέφειμετά από πρωτοβουλία του κυριάρχου το 1935 στην πολιτική ζωή Γεωργίου Κονδύλη και μετά από σχετικό δημοψήφισμα.

Για ένα διάστημα ανέλαβε και Υπουργός Στρατιωτικών, αλλά μετά την πρωθυπουργοποίηση του Ιωάννη Μεταξά την άνοιξη του 1936 τοποθετήθηκε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού την 1η Αυγούστου 1936 με σκοπό τον απόλυτο έλεγχο του στρατεύματος. Παρέμεινε στην θέση αυτή και κατά την διάρκεια της κυβερνήσεως της 4ης Αυγούστου συμβάλλοντας στην αναδιοργάνωση και τον επανεξοπλισμό του ελληνικού στρατού υπό το πρίσμα του διαφαινόμενου πολέμου. Όλα αυτά τα περιγράφει στο βιβλίο του για την πολεμική προπαρασκευή της Ελλάδος.

Με την κήρυξη του Ελληνο-ιταλικού πολέμου ανέλαβε αρχιστράτηγος του Στρατού Ξηράς, καταφέρνοντας, παρά τις υλικές αδυναμίες να οργανώσει την αποτελεσματική άμυνα της χώρας και να απωθήσει τα ιταλικά στρατεύματα στην αλβανική ενδοχώρα. Η εποποιία του Ελληνικού Στρατού στα βουνά της Πίνδου και η επέλαση στην Βόρειο Ήπειρο ήταν εν μέρει δικό του έργο. Κατάφερε να οργανώσει την αποτελεσματική άμυνα της χώρας και την απώθηση των Ιταλικών στρατευμάτων στην αλβανική ενδοχώρα.

Παρέμεινε στην ηγεσία του στρατεύματος έως τις 23 Απριλίου 1941 οπότε παραιτήθηκε προκειμένου να μη συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις της συνθηκολόγησης μετά την Γερμανική εισβολή και προέλαση ενώ επέκρινε το στρατηγό Τσολάκογλου για το σχηματισμό δοσιλογικής κυβέρνησης. Σε τηλεγράφημά του μάλιστα στις 21 Απριλίου 1941 προς το Διοικητή Στρατιάς Ηπείρου ανέφερε: «Πληροφορούμαι ότι αντιστράτηγος Τσολάκογλου ανέλαβε πρωτοβουλίαν συνθηκολογήσεως. Δεν κατανοήθη παρά πάντων ότι ύψιστα συμφέροντα Πατρίδος απαγορεύουσι τούτο. Επικαλούμαι πατριωτισμόν πάντων. Στρατός δέον αγωνισθή μέχρις εσχάτου ορίου δυνατοτήτων του. Αντικαταστήσατε αμέσως Τσολάκογλου».

Στην διάρκεια της Κατοχής, δημιούργησε μία πατριωτική οργάνωση, τηνΣτρατιωτική Ιεραρχία, στην οποία συμμετείχαν ως επί το πλείστον αξιωματικοί. Η αποκάλυψη της δράσης τους τον Ιούλιο του 1943 συνοδεύτηκε από την σύλληψη και την αποστολή του, μαζί με άλλους τέσσερις αντιστρατήγους, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (στο Νταχάου, μεταξύ άλλων), στα οποία παρέμεινε μέχρι την συνθηκολόγηση της Γερμανίας.

Επέστρεψε μετά τον Πόλεμο στην Ελλάδα μαζί με τους άλλους 4 αντιστρατήγους με τους οποίους ήταν έγκλειστος των Γερμανών. Αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του στρατηγού.

Στρατάρχης και πρωθυπουργός

Καθώς η κομμουνιστική ανταρσία, που είχε ξεκινήσει το 1946, γινόταν μακρά και υπήρχαν προβλήματα συνεννοήσεως μεταξύ των ηγετών των Ενόπλων Δυνάμεων, η κυβέρνηση ανακάλεσε στην υπηρεσία τον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο το 1949. Του ανέθεσε εν λευκώ την γενική αρχιστρατηγία των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, με στόχο την συντριβή της κομμουνιστικής ανταρσίας. Η επιτυχία του ήταν σαφέστατη και οδήγησε στην τελική ήττα του στρατού του Ζαχαριάδη στον Γράμμο και στο Βίτσι. Η επιτυχής έκβαση του πολέμου για τις εθνικές δυνάμεις οδήγησε την Βουλή των Ελλήνων να ανακηρύξει με ΝΔ στις 17 Οκτωβρίου 1949 τον Αλέξανδρο Παπάγο σε Στρατάρχη, τίτλος που απονεμήθηκε για πρώτη φορά σε Έλληνα στρατιωτικό. Το ιστορικό εκείνο νομοθετικό διάταγμα είχε ως εξής:
Βουλή των Ελλήνων 17 Οκτωβρίου 1949 Νομοθετικό Διάταγμα
Τιμής ένεκεν, λόγω των υψίστων υπηρεσιών ας προσήνεγκεν εις την μαχομένην πατρίδα ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος υπό την ανωτάτην ηγεσίαν του οποίου οι Ένοπλες Δυνάμεις ετίμησαν κατ’ επανάληψιν τα ελληνικά όπλα και κατήγαγον περιλάμπρους νίκας, επιτρέπεται όπως δια Βασιλικού Διατάγματος απονημηθή εις αυτόν το αξίωμα του Στρατάρχου του Ελληνικού Στρατού.
Η έλλειψη συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων μετά το 1950 και το αυξημένο του κύρος στον ελληνικό λαό, λόγω των πολεμικών επιτυχιών, τον έπεισαν (παρά την αντίδραση του βασιλέως Παύλου, που δεν ήθελε εμπλοκή του Παπάγου με την πολιτική) να δημιουργήσει κόμμα και να πολιτευτεί. Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 το κόμμα που είχε ιδρύσει στα πρότυπα του Συναγερμού του γαλλικού λαού του Γάλλου Στρατάρχη Ντε Γκωλ, ο Ελληνικός Συναγερμός συγκέντρωσε το 36,53%. Οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις σχημάτισαν βραχύβια κυβέρνηση με πρόεδρο το Νικόλαο Πλαστήρα, η οποία μετά την ασθένεια Πλαστήρα και την εκτέλεση Μπελογιάννη κλονίστηκε σοβαρά.

Στις 10 Οκτωβρίου 1952 προκηρύχθηκαν νέες εκλογές για τις 16 Νοεμβρίου με νέο πλειοψηφικό σύστημα. Σε αυτές επικράτησε σαρωτικά ο Παπάγος με ποσοστό 49,22% και 238 κοινοβουλευτικές έδρες. Στις 18 Νοεμβρίου η κυβέρνηση του Στρατάρχη ορκίστηκε ενώπιον του βασιλέως Παύλου και στις 20 Δεκεμβρίου έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή.

Στην εξωτερική πολιτική η νέα κυβέρνηση ευθυγραμμίστηκε με την πολιτική των ΗΠΑ, κατανοώντας την ηγετική τους σημασία μεταξύ των χωρών του «ελευθέρου κόσμου» και τους παραχώρησε το δικαίωμα της δημιουργίας στρατιωτικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος. Αυτή την περίοδο κορυφώνεται ο απελευθερωτικός αγώνας των Κυπρίων από την βρετανική αποικιοκρατία με αποτέλεσμα την άμεση εμπλοκή της Ελλάδος στο θέμα, επιδιώκοντας την Ένωση αντιμετωπίζοντας όμως και την αντίδραση της ισχυρής συμμάχου Μεγάλης Βρετανίας. Ο Παπάγος ήθελε να υπερασπιστεί τον αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου, ακόμη και αν αυτό θα είχε κόστος στις σχέσεις με μία δύναμη, την Βρετανία, με την οποία είχε συμπορευτεί και συμπορευόταν η Ελλάς τα τελευταία εκείνα χρόνια.

Η ελληνική διπλωματία έδρασε επίσημα με προσφυγή στον ΟΗΕ στις 16 Αυγούστου 1954, ενώ είχε προηγηθεί στις 22 Δεκεμβρίου 1953 συνάντηση του Παπάγου με το Βρετανό Υπουργό Εξωτερικών Άντονι Ήντεν χωρίς να υπάρξει συμφωνία. Τελικά η υπόθεση της Κύπρου αποφασίστηκε να μην συζητηθεί από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών και ως απότοκα της έντασης ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους συνέβησαν τα Σεπτεμβριανά έκτροπα του 1955 εναντίον των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης, στα οποία η κυβέρνηση αντέδρασε με χλιαρό τρόπο.

Πέθανε στις 4 Οκτωβρίου 1955 την νύχτα, μετά από σύντομη ασθένεια, ενώ ήταν ακόμη Πρωθυπουργός. Ο θάνατός του άφησε ανοιχτό το Κυπριακό και τις πληγές από τα Σεπτεμβριανά που είχαν λάβει χώρα μόλις λίγες μέρες πριν. Θα τον διαδεχτεί, με την εύνοια του βασιλέως, ο υπουργός του Κωνσταντίνος Καραμανλής, που θα εγκαινιάσει την δική του πολιτική πορεία, μακριά από τις ιδέες και το ήθος του στρατάρχου Παπάγου. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που ο επικεφαλής του Ελληνικού Στρατού το 1940 δεν έχει τιμηθεί μετά το 1974 και η επέτειος του θανάτου του πέρασε (και φέτος) σε απόλυτη σιγή.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου