Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Μύθοι και αλήθειες για τις τράπεζες

Το εγχώριο τραπεζικό σύστημα καταστράφηκε από τις υπερβολικές δόσεις πελατειακού κρατισμού που επί πολλά χρόνια δεχόταν. Όλα τα άλλα είναι ιστορίες για ιθαγενείς.

Όταν ξεκίνησε η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, πρώτα στην Αμερική και στην συνέχεια στον κόσμο ολόκληρο, οι ελληνικές τράπεζες απείχαν πολύ από τα αίτια που προκάλεσαν την πτώχευση της Λήμαν Μπράδερς και άλλων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων. 

Δυστυχώς, όμως, μπορεί οι τράπεζές μας να μην είχαν στο χαρτοφυλάκιό τους τοξικά στοιχεία, αλλά ήσαν γεμάτες από ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου, το οποίο είχε ξεφύγει από την διεθνή οικονομική πραγματικότητα. 

Ακόμα χειρότερα, ο κρατισμός στην Ελλάδα είχε υπονομεύσει και κάθε μελλοντική δυνατότητα ανάπτυξης της χώρας, η οποία επί τρεις δεκαετίες ζούσε με δανεικά και κοινοτικές επιδοτήσεις, καταστρέφοντας παράλληλα και τον παραγωγικό της ιστό. 

Τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν την κατάσταση αυτή είναι συντριπτικά και δυστυχώς, ύστερα από έξι χρόνια μνημονιακών πολιτικών, παραμένουν ακόμα ενεργά.

Όταν, λοιπόν, τον Απρίλιο 2010, μεσούσης της κρίσης, ο τότε πρωθυπουργός ομολογούσε ότι η Ελλάδα τελούσε υπό συνθήκες δημοσιονομικού εκτροχιασμού –τον οποίο, όμως, ο ίδιος προεκλογικά δεν ήθελε να παραδεχθεί– τότε οι αγορές «κουμπώθηκαν» και οι κερδοσκόποι περίμεναν πότε θα καταρρεύσει το ευρώ.

Παράλληλα, η ευρωζώνη ήταν εντελώς απροετοίμαστη να διαχειριστεί μία πιθανή ελληνική χρεοκοπία και έξοδο της χώρας από την οικονομική και νομισματική ένωση, ενώ είχε και η ίδια πρόβλημα φερεγγυότητας των τραπεζών της.

Άρχιζε έτσι η μεγάλη περιπέτεια των μνημονίων, την ίδια στιγμή δε ο τότε πρωθυπουργός Γ.Α.Παπανδρέου άνοιγε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), και εμμέσως στις ΗΠΑ, τον δρόμο για πιο ενεργό συμμετοχή στα τεκταινόμενα της ευρωζώνης. 

Οι εξελίξεις αυτές υπήρξαν μοιραίες για τις φορτωμένες με ελληνικά ομόλογα ελληνικές τράπεζες, οι οποίες στην ουσία εκαλούντο να πληρώσουν το όλο τίμημα του ελληνικού κρατισμού και του πελατειακού πολιτικού συστήματος που το συντηρεί.

Όταν τον Φεβρουάριο του 2012 συμφωνήθηκε με τις χώρες μέλη της ευρωζώνης, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το δεύτερο πρόγραμμα (μνημόνιο) στήριξης της ελληνικής οικονομίας, προβλέφθηκαν 50 δισεκατομμύρια ευρώ για την ανακεφαλαιοποίηση (των βιώσιμων/συστημικών) και την εκκαθάριση (των μη βιώσιμων) ελληνικών τραπεζών.

Το δεύτερο αυτό πρόγραμμα περιελάμβανε ονομαστική μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους κατά 126 δισεκατ. ευρώ (106 μέσω του PSI και 20 δισεκατ. ευρώ μέσω της επαναγοράς ομολόγων) και επιπλέον μείωση του χρέους σε καθαρή παρούσα αξία, λόγω των εξαιρετικά ευνοϊκών όρων του δανείου του EFSF, που έφθανε τα άλλα 100 δισεκατ. ευρώ και συνιστούσε ένα ολόκληρο OSI (Official Sector Involvement) υπέρ της Ελλάδος, με μείωση παρούσας αξίας χρέους ίση με το 49% του ΑΕΠ του 2013.

Όπως αναγνωρίζει και έχει τονίσει ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος έπαιξε τότε σημαντικό ρόλο στις σχετικές διαπραγματεύσεις, η ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών και η εκκαθάριση (resolution) των μη βιώσιμων τραπεζών θα ήταν αναγκαία ανεξαρτήτως της μεγάλης παρέμβασης στο χρέος (μέσω του PSI και του OSI) για δύο βασικούς λόγους. 

Πρώτον, επειδή ούτως ή άλλως οι τράπεζες έπρεπε να αποτιμήσουν στην δραματικά μειωμένη εμπορική τους αξία τα χαρτοφυλάκια των ομολόγων ελληνικού Δημοσίου. 

Δεύτερον, διότι έπρεπε να αντιμετωπισθεί το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που έβαινε διογκούμενο. Υπήρχε και ένας υπολανθάνων τρίτος λόγος: η τυχόν ασύντακτη χρεοκοπία της χώρας θα συμπαρέσυρε και ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και πρωτίστως τις καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων. 

Θα επρόκειτο, δηλαδή, περί ολοκληρωτικής καταστροφής, με απρόβλεπτες την περίοδο εκείνη συνέπειες.

Τα κεφάλαια που διέθετε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) για την εκκαθάριση των μη βιώσιμων τραπεζών ήταν περίπου 14 δισεκατ. ευρώ και υπολογίζεται έως τώρα σε περίπου 2,5 δισεκατ. η ανάκτηση ως προϊόν της εκκαθάρισης. 

Τα κεφάλαια που είχε διαθέσει το ΤΧΣ στις τέσσερις συστημικές τράπεζες μέχρι την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση ήταν περίπου 25 δισεκατ. ευρώ, τα οποία είχε ήδη κερδίσει χάρη στο PSI. 

Σύμφωνα με την μελέτη βιωσιμότητας του χρέους που είχε ληφθεί υπ’ όψη το 2012, το Δημόσιο είχε προοπτική ανάκτησης 16 δισεκατ. ευρώ από το χαρτοφυλάκιό του στις συστημικές τράπεζες.

Με βάση τις λογιστικές καταστάσεις και τα δελτία τύπου του ίδιου του ΤΧΣ, στις 31 Δεκεμβρίου 2013 η εύλογη αξία του χαρτοφυλακίου του στις συστημικές τράπεζες ήταν 22,5 δισεκατ. ευρώ (παραπάνω από την πρόβλεψη για 16 δισεκατ.). 

Η αξία αυτή, για ευνόητους πολιτικούς λόγους που επιδρούν άμεσα στην χρηματιστηριακή αξία των τραπεζών, άρχισε να μειώνεται μετά τις ευρωεκλογές του Μαΐου 2014, στις οποίες πρώτευσε ο ΣΥΡΙΖΑ και ενόψει της διαδικασίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας που ο ΣΥΡΙΖΑ επεδίωκε να λειτουργήσει ως μοχλός διάλυσης της Βουλής. 

Τον Σεπτέμβριο του 2014 η αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ ήταν 17 δισεκατ. και στις 10 Δεκεμβρίου 2014 έφθασε τα 13 δισεκατ. ευρώ.

Είναι έτσι κατάδηλο ότι η πολιτική ανευθυνότητα του κ. Αλέξη Τσίπρα και του πολιτικού σχηματισμού του κατάφεραν ισχυρά πλήγματα τόσο στην ελληνική οικονομία όσο και στο τραπεζικό της σύστημα –με μοναδικό στόχο την άνοδο στην εξουσία. 

Τελικά, ο στόχος αυτός επετεύχθη και έτσι ήλθαν οι εκλογές του Ιανουαρίου 2015 με την Ελλάδα να μπαίνει σε νέες περιπέτειες. Αυτές μιας δήθεν διαπραγμάτευσης, η οποία στην ουσία ήταν ένα γελοίο «σόου» ενός νάρκισσου καιροσκόπου και καταστροφέα της χώρας.

Στο πλαίσιο της κωμικοτραγικής τότε πραγματικότητας, στις 31 Μαρτίου 2015 η αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ ήταν 6,5 δισεκατ. ευρώ. Μετά φθάσαμε στα capital controls, το δημοψήφισμα, την ριζική αλλαγή κυβερνητικής πολιτικής, στο τρίτο μνημόνιο, τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015. 

Τον Οκτώβριο 2015 η αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ ήταν πλέον 2,4 δισεκατ. ευρώ! Δηλαδή ένα Βατερλώ.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ήλθε η νέα κεφαλαιοποίηση που οργάνωσε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. 

Η κυβέρνηση αυτών:

  • που κατηγόρησαν ως σκανδαλώδεις τις προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις και την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων!
  • που έθεταν στο στόχαστρο τις διοικήσεις των τραπεζών, οι οποίες είχαν επιλεγεί με την τυπική ή ουσιαστική συναίνεση του Δημοσίου!
  • που διακήρυτταν την ανάγκη κρατικοποίησης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, το οποίο βεβαίως ανήκε κατά συντριπτική μετοχική πλειοψηφία στο Δημόσιο μέσω του ΤΧΣ και ούτως ή άλλως υπαγόταν σε πολλαπλά επίπεδα δημόσιας εποπτείας, εθνικής και ευρωπαϊκής!
Με τις καθυστερήσεις, τις ανακολουθίες και τα λάθη της, η κυβέρνηση διαμόρφωσε τα χειρότερα δυνατά συμφραζόμενα για την ανακεφαλαιοποίηση, παράγοντας και ανακυκλώνοντας την πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα. 

Παρόλα αυτά, και εις πείσμα των κυβερνητικών χειρισμών: 

  • αποφεύχθηκε το κούρεμα καταθέσεων, 
  • διασφαλίστηκε η ιδιωτική συμμετοχή με τους ευνοϊκούς όρους της τελευταίας ανακεφαλαιοποίησης,
  • περιορίσθηκε η δημοσιονομική επιβράδυνση που προκάλεσε η πολιτική της κυβέρνησης.
Όμως, απαξιώθηκαν οι μόλις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και περιορίστηκε δραστικά η ελληνική συμμετοχή, δημόσια και ιδιωτική. 

Κατά δε τον κ. Ευάγγελο Βενιζέλο, το κυριότερο είναι ότι εκμηδενίστηκε η εύλογη αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ, που έχει διαθέσει έως τώρα πλέον των 31 δισεκατ. ευρώ στις συστημικές τράπεζες, χωρίς δυστυχώς να υπάρχει πια προοπτική ανάκτησης των κεφαλαίων αυτών (ούτε καν των 16 δισεκατ. ευρώ της πρόβλεψης της μελέτης του 2012, που είχε γίνει μέσα στην κατάσταση στην οποία ήταν στις αρχές του 2012 η ελληνική οικονομία) μέσα από την βελτίωση της χρηματιστηριακής αξίας των τραπεζών. 

Αυτό οφείλεται στην δραστική μείωση των ποσοστών συμμετοχής του ΤΧΣ στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών. 

Τα βασικά δεδομένα δεν μπορούν πρακτικά να μεταβληθούν λόγω της ύπαρξης των υπό αίρεση μεταστρέψιμων ομολογιών (CoCos). 

Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι το ΤΧΣ με το αποδυναμωμένο χαρτοφυλάκιό του έχει ήδη εισφερθεί, σύμφωνα με το τρίτο μνημόνιο, στο «μεγάλο» ταμείο των 100 δισεκατ. ευρώ που δεν είχε γίνει ποτέ δεκτό την περίοδο 2010-2015 από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Τα ποσοστά λοιπόν του ΤΧΣ μειώθηκαν στην Πειραιώς από το 66,9%στο 25%, στην Alpha από το 66,2% στο 11%, στην Eurobank από το 35% στο 2,5% και στην Εθνική από το 57,3% υπολογίζεται να μειωθούν στο 33%.

Παρά τα όσα προηγούνται, στην παρούσα φάση θεωρούμε ότι είναι ανούσια και επικίνδυνη η καταστροφολογία που αναπτύσσεται γύρω από τις τράπεζες, οι οποίες πρέπει να βοηθηθούν ώστε να παίξουν τον ρόλο που πρέπει στην επανεκκίνηση της οικονομίας. 

Διότι, κακά τα ψέμματα, οι ιδιώτες επενδυτές έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στον εγχώριο τραπεζικό κλάδο –και, κατ’ επέκταση, στην οικονομία της χώρας– τοποθετώντας «φρέσκα» κεφάλαια στις τράπεζες και καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος των αυξήσεων κεφαλαίου. 

Σε δύο τράπεζες μάλιστα, στην Eurobank και στην Alpha Bank, οι ιδιώτες κάλυψαν το σύνολο των κεφαλαιακών αναγκών που προέκυψαν από το βασικό και το δυσμενές σενάριο των stress tests.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η παρούσα ανακεφαλαιοποίηση έχει δύο στοιχεία που δεν είχε η προηγούμενη: 

Οι παραδοχές που έβαλε στο δυσμενές σενάριο των stress tests η ΕΚΤ είναι πολύ αυστηρές, επομένως καλύπτει και τυχόν επιδείνωση των μακροοικονομικών μεγεθών της χώρας –τα οποία, σημειωτέον, φαίνεται να διαμορφώνονται θετικότερα από τις αρχικές εκτιμήσεις. 

Παράλληλα, αντιμετωπίζεται πλέον το πρόβλημα των κόκκινων δανείων, καθώς δημιουργείται ένα πλαίσιο διαχείρισής τους και τίθενται οι βάσεις για να μην ξαναβρούν οι τράπεζες το πρόβλημα μπροστά τους.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου